Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2012

στη στροφή του 2013: Mάνος Eλευθερίου

Εικόνα
Tα λόγια και τα χρόνια
Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το `χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που `δαν το κακό
και το `χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ το…

ο Pablo Neruda στο Tελευταίο Bαγόνι

Εικόνα
Μοναξιά 

Αυτό που δεν έγινε στάθηκε τόσο ξαφνικό
που με καθήλωσε εδώ για πάντα, 
δίχως να ξέρω χωρίς να μάθουν την παρουσία μου, 
σαν νά 'μουν κρυμμένος κάτω από πολυθρόνα
ή χαμένος μέσα στη νύχτα: 
Τέτοιο υπήρξε αυτό που δεν υπήρξε
κι έτσι με καθήλωσε για πάντα. 
Ρώτησα αργότερα τους άλλους, 
τις γυναίκες, τους άντρες, 
τι έκαναν με τόση βεβαιότητα 
και πώς έβλεπαν τη ζωή: 
Ακόμα περιμένω την απάντησή τους, 
συνέχισαν να ζουν, να χορεύουν.
Είναι αυτό που δε συμβαίνει σ'έναν
που καθορίζει τη σιωπή, 
δε θέλω να συνεχίσω να μιλώ
γιατί έμεινα εδώ περιμένοντας: 
Σ' αυτήν την περιοχή, εκείνη τη μέρα,
δεν ξέρω τί μου συνέβη μα δεν είμαι ο ίδιος.














Πάμπλο Νερούδα
1904-1973

στο Tελευταίο Bαγόνι: Pierre Reverdy

Εικόνα
Περιστροφικός δρόμος

Υπάρχει ένα τρομερό τεφρό χρώμα σκόνης μέσα στο χρόνο Ένας νότιος άνεμος με δυνατά φτερά Τα υπόκωφα αντιλαλήματα του νερού μες στην αναστραμμένη εσπέρα Και μες στη νύχτα την υγρή που απ' την καμπή αναβλύζει Τραχειές φωνές που παραπονιούνται Μια γεύση στάχτης πάνω στη γλώσσα Ενός αρμονίου η βουή στα μονοπάτια Το πλοίο της καρδιάς που σκαμπανεβάζει Όλες της τέχνης οι συμφορές

Όταν οι φωτιές της ερήμου σβήνουνε μία προς μία Όταν τα μάτια είναι βρεγμένα όπως η χλόη Όταν η δροσιά κατεβαίνει ξυπόλυτη πάνω στα φύλλα Μόλις προβάλλει η αυγή Υπάρχει κάποιος που αναζητεί Μια χαμένη διεύθυνση μες στον κρυμμένο δρόμο Τα ξεσκουριασμένα αστέρια και τα λουλούδια κουτρουβαλούν Ανάμεσ' από τα σπασμένα κλαδιά Και το ρυάκι το σκοτεινό σφουγγίζει τα μαλακά του χείλη που μόλις ξεκόλλησαν 'Οταν το βήμα του οδοιπόρου στου ρολογιού την πλάκα που μετράει Ρυθμίζει την κίνηση και ωθεί τον ορίζοντα Πέρασαν όλες οι κραυγές οι χρόνοι όλοι συναντιούνται

μέσα στα φώτα των γιορτών: Tennessee Williams – Talk to me like the rain (Απόσπασμα)

Εικόνα
Μίλα μου σαν τη βροχή


(Αρχίζει η βροχή, σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)

ΑΝΤΡΑΣ: Αναρωτιέμαι αν πήρα το επίδομα ανεργίας.
(Η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Κινείται προς τα εμπρός, ενώ το βάρος του ποτηριού μοιάζει να την βαραίνει αφάνταστα και το αφήνει στο πεζούλι του παραθύρου με μια μικρή κίνηση απαλλαγής. Γελάει για μια στιγμή χωρίς να πάρει ανάσα. Ο άντρας συνεχίζει χωρίς μεγάλη ελπίδα:)
…κοίτα μέσα στις τσέπες μου και πες μου αν έχω το τσεκ επάνω μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γύρισες πίσω, ενώ εγώ έλειπα έξω και σε γύρευα, και πήρες το τσεκ και άφησες ένα σημείωμα στο κρεβάτι που δεν μπόρεσα να βγάλω τα γράμματα.
Δεν είχα τίποτε άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες. (Αυτό το λέει σχεδόν γελώντας. Ο Άντρας την κρατάει σφιχτά κοντά του με μια μαλακή έκπληκτη κραυγή): Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό!(γελάει).



ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.
ΑΝΤΡΑΣ: Καλά λοιπόν, μίλα μου …

στο γκρίζο τρένο του Δεκέμβρη: Nίκος Kαρούζος

Εικόνα
 Διάλογος πρώτος






 Σ α να μὴν υπήρξαμε ποτὲ
κι όμως πονέσαμε απ᾿ τὰ βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρὸ η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μία μουσικὴ
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτὸν σωθήτω.
Θα σωθοῦμε απὸ μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλὰ
με των καλύκων την περισυλλογὴ
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιὰ
μία μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχὴ τη μοναξιά της.

 Νίκος Καρούζος  1926-1990    

από την καμπίνα του μηχανοδηγού│Μαρία Θεοφιλάκου (O Mέλλοντας Tης Bροχής)

Εικόνα
 Ο μέλλοντας της βροχής 
Μπροστά η σκιά των ημερών,
Με το ταμ ταμ, τα τύμπανά της, προμαντεύει
Την έχιδνα που κροταλίζει οmertà κουλουριασμένη,
Ενόσω αχαμνός καιρός ζυγιάζει τους αρμούς μας με το χώμα.
(Αίσθημα το κοινό ή παράδοξο μας οδηγεί στα χιόνια)
Ακολουθούμε την πομπή, φίλε, κουτρουβαλώντας.
Στα υγρά στενά, φολίδες απ’ ολισθηρές φωνές που σκορπιστήκαν,
Και οι άκληροι αυτόχειρες των στοιχισμένων δέντρων,
Λουστράρουν τα παπούτσια σου καθώς περνάμε.
(Πόσες στάλες του τίποτα αβάσταγα το τίποτα τρυπάνε)
Και πουθενά δεν κατοικεί ο ευγενής παλιάτσος των σπαρτών μας
Δεν έχει πια δουλειά για κείνον σε γη χέρσα·
Άσπαρτες θε να μείνουνε οι απάτες
Που απορροφούν, με γλώσσες μπαμπακένιες,
Αυτό το υδρόφιλο κακό που δε σ’ αφήνει.
(Κρύψου παλιάτσο μου βαθιά μες στα φτωχά μας στήθη)
Το μολυβί, ακέριο του το βάρος θα φορτώσει
Στα ρείθρα στις υδρορροές,
Στις τρύπιες μας ημέρες
Κι έχουμε ανάγκη στα σκιερά μια κάποια διωρία,
Προτού μέσα στα όμβρια να βουτηχτούμε φέτος.
(Δεν έχει άνωση τ…

Mεταφράσεις στο Tρένο: Νικόλαος Πατουλίδης

Εικόνα
Απ’ το ημερολόγιο του κατοικίδιου σκύλου Σε ζέστη ανυπόφορη πλαγιάζουν όπου θέλουν,
Η νύχτα δεν περνά χωρίς καυγά.
Ω! συμπολίτες μου και φίλοι,
Μικρής λουτρόπολης σκυλιά. 

Αδέσποτα και άδετα,
Μου φαίνονται χωρίς αφεντικά.
Μες σε ταβέρνες, καφενεία, μπυραρίες
Κουνιούνται οι ουρές διαχυτικά. 

Τους τύπους της λουτρόπολης τηρώντας,
Απ’ την βιασύνη δε γαβγίζουν τα σκυλιά.
Κάθονται σε απόσταση απ’ το τραπέζι
Και μες στα μάτια σας κοιτάζουν με ματιά γλυκιά.

Απλόχερος ο κόσμος της λουτρόπολης
Είναι για άνετη φιλία παροδική
Στα στόματα τ’ ορθάνοιχτα πετάνε
Και σάντουιτς, και σουβλάκι, και ψωμί. 

Μόλο που ’ναι χαδιάρικα και ήρεμα,
Δισταχτικά το χάδι επιτρέπουν,
Στο βασικό κανόνα είναι πιστά:
Ναι, τους ανθρώπους, δεν τους καλοβλέπουν.

Ας είναι δελεαστική του κρέατος η μυρωδιά,
Γνωρίζουν και του ανθρώπου την ασχημία.
Και τα σκυλιά συνήθως αποφεύγουν
Τις άπειρες απόπειρες να πιάσουν γνωριμία. 

Δεν αποβλέπουν σε φιλικούς δεσμούς,
Δεν ψάχνουν είδωλα να στέκουν σούζα.
Δεμένα με τη φύση και τη λευτεριά
Τη μοίρα αγνοούνε…

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης