Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2011

στο τελευταίο βαγόνι: Paul Simon

Εικόνα
Αμέρικα

Ας γίνουμε εραστές θα παντρέψουμε τις περιουσίες μας μαζί
Έχω κάποια ακίνητη περιουσία εδώ στην τσάντα μου
Έτσι αγοράσαμε ένα πακέτο τσιγάρα και τις πίτες της κυρίας Γουάγκνερ
Και ξεκινήσαμε να ψάξουμε για την αμερική
Κάθυ, είπα όπως ανεβήκαμε σε ένα Γκρέυχαουντ Εξπρές στο Πίτσμπεργκ
Το Μίσιγκαν μου φαίνεται σαν όνειρο πια
Μου πήρε τέσσερις μέρες με ωτοστόπ απ' το Σάγκινα
Έφυγα να ψάξω για την αμέρικα

Γελούσαμε στο λεωφορείο
Παίζαμε παιχνίδια με τις φάτσες
Εκείνη είπε πως ο άνδρας με την καμπαρντίνα ήταν κατάσκοπος
Είπα πρόσεχε στην πραγματικότητα το παπιγιόν του είναι κάμερα

Πέτα μου ένα τσιγάρο, νομίζω έχει ένα στο παλτό μου
Καπνίσαμε το τελευταίο μία ώρα πριν
Οπότε κοίταξα το σκηνικό, εκείνη διάβασε το περιοδικό της
Και το φεγγάρι ανέβηκε πάνω από ένα ανοιχτό πεδίο

Κάθυ, είμαι χαμένος, είπα, αν και ήξερα ότι κοιμόταν
Είμαι άδειος και πονάω και δεν ξέρω γιατί
Μετρώντας τα αμάξια στα διόδια του Νιου Τζέρσεϋ
Έχουν όλοι φύγει να ψάξουν για την
αμέρικα
Όλοι να ψάξουν για την

στο τελευταίο βαγόνι: Ντύλαν Τόμας

Εικόνα
Αυτό το ψωμί που κόβω

Αυτό το ψωμί που κόβω ήταν κάποτε σιτάρι
Αυτό το κρασί πάνω σε ξένο δέντρο
Βούλιαξε στον καρπό του
Ο άνθρωπος τη μέρα ή ο άνεμος τη νύχτα
Τα στάχυα έριξαν κάτω, τσάκισαν τη χαρά του σταφυλιού.
Κάποτε στο κρασί αυτό το καλοκαιρινό αίμα
Χτυπούσε μες στη σάρκα που κάλυπτε τ’ αμπέλι
Κάποτε στο ψωμί αυτό
Το σιτάρι ήταν στον άνεμο ευτυχισμένο.
Ο άνθρωπος κομμάτιασε τον ήλιο, τον άνεμο έσυρε κάτω.
Αυτή η σάρκα που κόβεις, αυτό το αίμα που χύνεις
Τη φλέβα ερημώνουν,
Το σιτάρι και το σταφύλι ήταν
Γεννημένα απ’ των αισθήσεων τη ρίζα και το σφρίγος.
Το κρασί μου πίνεις, το ψωμί μου αρπάζεις.
Μετάφραση: Μαρία Αρχιμανδρίτου


Ντύλαν Τόμας     1914-1953

ομιλίες κάτω απ' το σφύριγμα του τρένου: Βασίλης Χαραλάμπους

Εικόνα
ΠΟΣΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΗΤΑΝ Ο ΚΑΙΡΟΣ
Στην πλατανιά από κάτω εκεί όπου ο σιρόκος συλλαβίζει θαρρείς των πουλιών τα τόσα προστάγματα συλλογίζομαι μονάχος πως αλλιώς τα πράγματα θα ήταν η δεύτερη η σκέψη αν γινόταν. Παραύστερα το σκέφτομαι και πάλιν πόσος αλήθεια ήταν ο καιρός καταμεσίς στις σκέψεις μου τις δύο. Κρησαρίζοντας τις τόσες μου τις σκέψεις στης τύρβης τον τόσο κορνιαχτό συλλογιέμαι τώρα το γιατί για κείνη μου τη δεύτερη τη σκέψη. Είν’ ο χρόνος τόσος δα μικρός ίσαμε θαρρώ που προλαβαίνω μα και συνάμα τόσος δα μεγάλος παραύστερα κείνη την απόφαση την πρώτη σίγουρα ολότελα ν’ αλλάξω.

στο τελευταίο βαγόνι: Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Εικόνα
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.  Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.


Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και β…

στο τελευταίο βαγόνι: Γιώργος Σεφέρης (ΙΙ), Τελευταίος Σταθμός

Εικόνα
Τελευταῖος Σταθμός

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς  ἐπιστροφῆς μας νὰ χαράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς  πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
    Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν  ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς  σελήνης.


Εἶνα…

στο τελευταίο βαγόνι: Γεώργιος Δροσίνης

Εικόνα
Βαθιά, τὴ νύχτα
Βαθιά, τὴ νύχτα τὰ μεσάνυχτα,
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου,
τὴ νύχτα βλέπει ὅλα τ᾿ ἀθώρητα,
ποὺ ἀπόκρυβεν ἡ πλάνα μέρα
τὴ νύχτα ἀκούει ὅλα τ᾿ ἀκούσματα
στὸν ἀτρικύμιστον ἀέρα.
Βλέπει τῶν κάστρων τὰ φαντάσματα
καὶ τὰ λευκὰ στοιχειὰ τῶν κάστρων
κι ἀκούει τῶν δέντρων τὸ μεγάλωμα
καὶ τὸ περπάτημα τῶν ἄστρων.



Γεώργιος Δροσίνης
1859-1951

στο τελευταίο βαγόνι: Αρσένι Ταρκόφσκι

Εικόνα
ΠΡΩΤΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Γιορτάσαμε την κάθε μας στιγμή
Των πρώτων συναντήσεων, σαν αποκάλυψη,
Μόνοι σε ολόκληρο τον κόσμο.Εσύ
Πιο τολμηρή, και ελαφρύτερη από πουλιού φτερούγα,
Στη σκάλα, σαν τον ίλιγγο,
Κατέβαινες πηδώντας το σκαλί και οδηγώντας
Μέσα από την υγρή την πασχαλιά προς το βασίλειό σου,
Προς την αντίστροφη πλευρά του γυάλινου καθρέφτη.

Όταν έπεσε η νύχτα, χάρη δόθηκε
Σε μένα, οι πύλες του βωμού
Ανοίχτηκαν, και στα σκοτάδια
Γύμνια έλαμψε και υπέκυψε αργά,
Και, καθώς ξύπνησα, « Να είσαι ευλογημένη!»,
Είπα και ήξερα, πως η επίκλησή μου
Ήταν παράτολμη: εσύ κοιμόσουνα,
Και η πασχαλιά τεντώθηκε έξω από τον πίνακα ν' αγγίξει
τις βλεφαρίδες σου με το μπλε του σύμπαντος της
Και οι βλεφαρίδες, συγκινημένες απ' το μπλε
Μείνανε ήρεμες, και το χέρι σου ήταν ζεστό.

Και μες στον κρύσταλλο,οι ποταμοί πάλλονταν,
Καπνός έστεφε τους λόφους, οι θάλασσες λαμπύριζαν,
Και εσύ κρατούσες τη σφαίρα την κρυστάλλινη
Μες στην παλάμη σου, και εσύ κοιμόσουνα στον θρόνο,
Και-ακριβοδίκαιε Θεέ!- ήσουν…

στο τελευταίο βαγόνι: Πάμπλο Πικάσο

Εικόνα
επισπεύστε την παιδική σας ηλικία προς την ώρα όπου λευκά στη μνήμη μπλε σύνορα λευκά στα μάτια της πολύ λευκά κι ένα κομμάτι λουλακί του αργύρου οι ματιές λευκές διατρέχουν το κοβάλτιο το άσπρο χαρτί που μπλε μελάνι το σκίζει γαλαζωπό μακριά το κυανό κατηφορίζει κείνο το άσπρο μπορεί να αναπαυθεί ταραγμένο μπλε σε βαθύ πράσινο τοίχο πράσινο που γράφει την βροχή της ευχαρίστησής του πράσινο διαυγές που κολυμπάει το πράσινο κίτρινο στην διαυγή αφάνεια στην άκρη του πράσινου άκρου του η άμμος γη τραγούδι άμμος της γης απόγευμα άμμος γη στη γωνιά μία ιώδης στάμνα οι καμπάνες οι πτυχώσεις του χαρτιού ένα πρόβατο από μέταλλο η ζωή που απλώνεται έξω από το χαρτί μια τουφεκιά οι δακτύλιοι του χαρτιού τα καναρίνια στη σκιά άσπρο σχεδόν ροζ ένα ποτάμι στο άσπρο κενό στην πεντακαθαρή γαλάζια σκίαση των χρωμάτων μενεξεδί ένα χέρι στην άκρη της σκιάς κάνει σκιά στο χέρι μία πολύ ροδόχρωμη ακρίδα μια ρίζα σηκώνει το κεφάλι της ένα νύχι το φράγμα των δέντρων με τίποτ' άλλο ένα ψάρι μια φωλιά η …

στο τελευταίο βαγόνι: Αντρέ Μπρετόν

Εικόνα
Πάντα για πρώτη φορά
Πάντα για πρώτη φορά
Μετά βίας σε γνωρίζω εξ όψεως
Επιστρέφεις εκείνη την ώρα της νύχτας σε ένα σπίτι
πλάγια απ' το παράθυρό μου
Σπίτι ολάκερα φανταστικό
Είναι εκεί που από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο
Μέσα στο απαράβατο σκοτάδι
Περιμένω να συμβεί μία φορά ακόμα το συναρπαστικό ρήγμα
Το ρήγμα το μοναδικό
Στην πρόσοψη και στην καρδιά μου
Όσο πιο κοντά σου έρχομαι
Στην πραγματικότητα
Όσο περισσότερο το κλειδί τραγουδά στην πόρτα του άγνωστου δωματίου
Όπου μου φανερώνεσαι μονάχη
Στην αρχή ενώνεσαι ακέραιη με τη φωτεινή
Τη φευγαλέα γωνία μιας κουρτίνας
Είναι χωράφι γιασεμιών που ατένισα χαράματα
σε ένα δρόμο στα περίχωρα της Grasse
Με το διαγώνιο ράπισμα των κοριτσιών ενώ συλλέγουν
Πίσω τους τα σκοτεινά να πέφτουνε φτερά των γυμνωμένων φυτών
Μπροστά τους η πλατεία εκτυφλωτικού φωτός
Η αυλαία αόρατα ανεβασμένη
Σ' έναν παροξυσμό τα άνθη συρρέουν όλα μέσα
Είσαι εσύ σε πάλη ενάντια στην ώρα εκείνη την τόσο μακριά ποτέ
αρκετά θολή μέχρι τον ύπνο
Εσύ σαν να μπορούσες να 'σαι
Η ίδια παρ…

στο τελευταίο βαγόνι: Τάσος Λειβαδίτης (ΙΙ) - Σχέδιο με βροχή

Εικόνα
Σχέδιο με βροχή

Ένας γέρος σταμάτησε στη γωνιά καθώς πήρε να βρέχει.
Θλιβερός, ετοιμόρροπος γέρος σα φτιαγμένος από ένα σωρό
τσαλακωμένα χαρτιά[που άρχισαν κιόλας να μουσκεύουν κάτω απ τη βροχή,
θέ μου, τα χαρτιά λυώνουν – μια ομπρέλλα, λοιπόν, ηλίθιοι,
Δε βλέπετε,
αυτός ο άνθρωπος θα διαλυθεί. Χαρτιά από παλιά ερωτικά
γράμματα,
λευκώματα, παιδικές επιστολές στο Θεό,
χαρτιά από εξισώσεις, κατασχέσεις, δικογραφίες δολοφόνων,
αποδείξεις από πανάρχαια χρέη και ξεθωριασμένα χειρό-
γραφα
λησμονημένων ποιητών.

Και πάντα η βροχή ήρεμη, σιωπηλή
τυλίγοντας τον κόσμο σ ένα γκρίζο, κουρελιασμένο πανί
σαν ένα χέρι που τόκοψαν και παν να το θάψουν.
ήρεμη, ταπεινή βροχή, γεμάτη συχώρεση. 


Τάσος Λειβαδίτης     1922-1988

στο τελευταίο βαγόνι: Μίλτος Σαχτούρης

Εικόνα
Οκτώβριος
Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό
Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μέσ’ στον καθρέτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό
Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
και όλα τα αγαπώ για σένα


Τα δώρα
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
κ…

στο τελευταίο βαγόνι: Ναπολέων Λαπαθιώτης

Εικόνα
Νυχτερινό

Ἕνα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
ποὺ λάμπει μέσ᾿ τὴ νύχτα -τίποτ᾿ ἄλλο.
Μιὰ φωνὴ γρικιέται μέσ᾿ τὸ σάλο
καὶ ποὺ σὲ λίγο παύει -τίποτ᾿ ἄλλο.
Πέρα μακριά, κάποιο στερνὸ σινιάλο
τοῦ καραβιοῦ ποὺ φεύγει -τίποτ᾿ ἄλλο.
Καὶ μόνον ἓν παράπονο μεγάλο
στὰ βάθη τοῦ μυαλοῦ μου. -Τίποτ᾿ ἄλλο.




Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)



στο τελευταίο βαγόνι: Ρόμπερτ Φροστ (ΙΙ)

Εικόνα
Μια Απέραντη Στιγμή

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης