μέσα στα φώτα των γιορτών: Tennessee Williams – Talk to me like the rain (Απόσπασμα)

Μίλα μου σαν τη βροχή


Photo link

(Αρχίζει η βροχή, σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)

ΑΝΤΡΑΣ: Αναρωτιέμαι αν πήρα το επίδομα ανεργίας.
(Η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Κινείται προς τα εμπρός, ενώ το βάρος του ποτηριού μοιάζει να την βαραίνει αφάνταστα και το αφήνει στο πεζούλι του παραθύρου με μια μικρή κίνηση απαλλαγής. Γελάει για μια στιγμή χωρίς να πάρει ανάσα. Ο άντρας συνεχίζει χωρίς μεγάλη ελπίδα:)
κοίτα μέσα στις τσέπες μου και πες μου αν έχω το τσεκ επάνω μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γύρισες πίσω, ενώ εγώ έλειπα έξω και σε γύρευα, και πήρες το τσεκ και άφησες ένα σημείωμα στο κρεβάτι που δεν μπόρεσα να βγάλω τα γράμματα.
Δεν είχα τίποτε άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες. (Αυτό το λέει σχεδόν γελώντας. Ο Άντρας την κρατάει σφιχτά κοντά του με μια μαλακή έκπληκτη κραυγή): Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό! (γελάει).


Photo link


ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.
ΑΝΤΡΑΣ: Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή και γώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω…
ΑΝΤΡΑΣ: Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή και γω θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω
ΑΝΤΡΑΣ: Θέλεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θ έ λ ω   ν α   φ ύ γ ω !
ΑΝΤΡΑΣ: Πώς;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…
ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…
ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.
ΑΝΤΡΑΣ: Και;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα περάσει!
ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» και γω μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο) Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…
ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).
Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!
ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μαζί μου.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω! (Την αφήνει και κείνη φτάνει στη μέση του δωματίου κλαίγοντας χωρίς έλεγχο. Κάθεται στο κρεβάτι. Εκείνος πηγαίνει στο παράθυρο, η βροχή δυναμώνει. Η Γυναίκα σταυρώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της. Οι λυγμοί της εξασθενίζουν αλλά αναπνέει με δυσκολία. Το φως αραιώνει, ακούγεται ο άνεμος δυνατά. Ο Άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει μαλακά:) Έλα στο κρεβάτι. Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…
(Εκείνος γυρίζει το χαμένο του πρόσωπο σ’ αυτήν, ενώ κλείνει η Αυλαία)


μετάφραση: Κωστούλα Μητροπούλου
(Ουίλλιαµς Τ., Θεατρικά, εκδ. Γκοβόστης)

 

Photo link

Talk To Me Like the Rain … And Let Me Listen

MAN. Can you talk to me, honey? Can you talk to me, now?
WOMAN. Yes!
MAN. Well, talk to me like the rain and — let me listen, let me lie here and — listen … [He falls back across the bed, rolls on his belly, one arm hanging over the side of the bed and occasionally drumming the floor with his knuckles. The mandolin continues] It’s been too long a time since — we levelled with each other. Now tell me things: What have you been thinking in the silence? — While I’ve been passed around like a dirty postcard in the city … Tell me, talk to me! Talk to me like the rain and I will lie here and listen.
WOMAN. I –
MAN. You’ve got to, it’s necessary! I’ve got to know, so talk to me like the rain and I will lie here and listen, I will lie here and –
WOMAN. I want to go away.
MAN. You do?
WOMAN. I want to go away!
MAN. How?
WOMAN. Alone! [She returns to window] I’ll register under a made-up name at a little hotel on the coast …
MAN. What name?
WOMAN. Anna — Jones … The chambermaid will be a little old lady who has a grandson that she talks about … I’ll sit in the chair while the old lady makes the bed, my arms will hang over the — sides, and — her voice will be — peaceful … She’ll tell me what her grandson had for supper! — tapioca and — cream … [The Woman sits by the window and sips the water] — The room will be shadowy, cool, and filled with the murmur of –
MAN. Rain?
WOMAN. Yes. Rain.
MAN. And?
WOMAN. Anxiety will — pass — over!
MAN. Yes …
WOMAN. After a while the little old woman will say, Your bed is made up, Miss, and I’ll say — Thank you … Take a dollar out of my pocketbook. The door will close. And I’ll be alone again. The windows will be tall with long blue shutters and it will be a season of rain — rain — rain … My life will be like the room, cool — shadowy cool and — filled with the murmur of –
MAN. Rain….
WOMAN. I will receive a check in the mail every week that I can count on. The little old lady will cash the checks for me and get me books from a library and pick up — laundry … I’ll always have clean things! — I’ll dress in white. I’ll never be very strong or have much energy left, but have enough after a while to walk on the — esplanade — to walk on the beach without effort … In the evening I’ll walk on the esplanade along the beach. I’ll have a certain beach where I go to sit, a little way from the pavillion where the band plays Victor Herberg selections while it gets dark … I’ll have a big room with shutters on the windows. There will be a season of rain, rain, rain. And I will be so exhausted after my life in the city that I won’t mind just listening to the rain. I’ll be so quiet. The lines will disappear from my face. My eyes won’t be inflamed at all any more. I’ll have no friends. I’ll have no acquaintances even. When I get sleepy, I’ll walk slowly back to the little hotel. The clerk will say, Good evening, Miss Jones, and I’ll just barely smile and take my key. I won’t ever look at a newspaper or hear a radio; I won’t have any idea what’s going on in the world. I will not be conscious of time passing at all … One day I will look in the mirror and I will see that my hair is beginning to turn grey and for the first time I will realize that I have been living in this little hotel under a made-up name without any friends or acquaintances or any kind of connections for twenty-five years. It will surprise me a little bit but it won’t bother me any. I will be glad that time has passed as easily as that. Once in a while I may go out to the movies. I will sit in the back row with all that darkness around me and figures sitting motionless on each side not conscious of me. Watching the screen. Imaginary people. People in stories. I will read long books and the journals of dead writers. I will feel closer to them than I ever felt to people I used to know before I withdrew from the world. It will be sweet and cool this friendship of mine with dead poets, for I won’t have to touch them or answer their questions. They will talk to me and not expect me to answer. And I’ll get sleepy listening to their voices explaining the mysteries to me. I’ll fall asleep with the book still in my fingers, and it will rain. I’ll wake up and hear the rain and go back to sleep. A season of rain, rain, rain … Then one day, when I have closed a book or come home alone from the movies at eleven o’clock at night — I will look in the mirror and see that my hair has turned white. White, absolutely white. As white as the foam on the waves. [She gets up and moves about the room as she continues] I’ll run my hands down my body and feel how amazingly light and thin I have grown. Oh, my, how thin I will be. Almost transparent. Not hardly real any more. Then I will realize, I will know, sort of dimly, that I have been staying on here in this little hotel, without any — social connections, responsibilities, anxieties or disturbances of any kind — for just about fifty years. Half a century. Practically a lifetime. I won’t even remember the names of the people I knew before I came here nor how it feels to be someone waiting for someone that — may not come … Then I will know — looking in the mirror — the first time has come for me to walk out alone once more on the esplanade with the strong wind beating on me, the white clean wind that blows from the edge of the world, from even further than that, from the cool outer edges of space, from even beyond whatever there is beyond the edges of space … [She sits down again unsteadily by the window] — Then I’ll go out and walk on the esplanade. I’ll walk alone and be blown thinner and thinner.
MAN. Baby. Come back to bed.
WOMAN. And thinner and thinner and thinner and thinner and thinner! [He crosses to her and raises her forcibly from the chair] — Till finally I won’t have any body at all, and the wind picks me up in its cool white arms forever, and takes me away!
MAN. [presses his mouth to her throat] Come on back to bed with me!
WOMAN. I want to go away, I want to go away! [He releases her and she crosses to center of room sobbing uncontrollably. She sits down on the bed. He sighs and leans out the window, the light flickering beyond him, the rain coming down harder. The Woman shivers and crosses her arms against her breasts. Her sobbing dies out but she breathes with effort. Light flickers and wind whines coldly. The Man remains leaning out. At last she says to him softly --] Come back to bed. Come on back to bed, baby … [He turns his lost face to her as --]
THE CURTAIN FALLS

 

Tennessee Williams 

 (1911-1983)


  

      

 

 

 

   

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς προορισμοί:

στη νυχτερινή σκοπιά του σταθμού: Φτηνά τσιγάρα (Μονόλογοι)

Διαδρομές θεατρικού μονόλογου: Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, William Shakespeare

στο τελευταίο βαγόνι: Τεντ Χιούζ

στο τελευταίο βαγόνι: Νικηφόρος Βρεττάκος

ταξίδι κάτω από τη βροχή: Ανρί Μισώ (ζωή μου)

στο άδειο κουπέ: Γκιγιόμ Aπολλιναίρ (H γέφυρα του Mιραμπό)

στις ράγες που βγάζουν στη θάλασσα: César Vallejo

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης