Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2012

στις ράγες του καλοκαιριού: Οδυσσέας Ελύτης

Εικόνα
Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά Μένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ’ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ’ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ’ τη γλώσσα
-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος
Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα’να μ’ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.



Οδυσσέας Ελύτης 1911-1996

λίγο πριν το σφύριγμα αναχώρησης: Ανδρέας Εμπειρίκος

Εικόνα
Το γάλα του αιγιαλού
 Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες
 Τ' άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα τη νύχτα
 Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων
 Ενώ τ' αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν
 Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα
 Έπειτα κόκκινα και ζωηρά
 Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα
 Για το εφήβαιον και για τα στήθη  Των νεανίδων.
 Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κοχύλια
 Μ' ένα φιλί λησμονημένο μες στα βότσαλα
 Μ' ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη Κόρης γλυκιάς
 που του μιλάει και λέγει
 Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο
 Χαϊδεύοντας το στα βυζιά της με λαχτάρα
 Σαν χαϊμαλί της ηδονής ή σαν αγόρι
 Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια
 Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν
 Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει
 Τις κόρες της Ανατολής και της Ευρώπης
 Άσπρα κορίτσια ή μελαμψά
 Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια.
 Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς
 Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες
 Και για τα βέλη των ανδρών
 Και για τα βέλη του ήλιου
 Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει
 Ροδίζοντας τα κορφοβο…

στο τελευταίο βαγόνι: Paul Celan

Εικόνα
Κρύσταλλο
όχι στα χείλια μου να ψάχνεις για το στόμα σου,όχι μπροστά στην πύλη για τον ξένο,όχι στο μάτι για το δάκρυ.
επτά νύχτες ψηλότερα πάει κόκκινο στο κόκκινο,επτά καρδιές βαθύτερα το χέρι χτυπάει την πύλη,επτά τριαντάφυλλα μετά θροΐζει η πηγή. 
απόδοση: Μαρία Θεοφιλάκου Πωλ Τσελάν 1920-1970

λίγο πριν το σφύριγμα αναχώρησης: Κική Δημουλά

Εικόνα
 Η περιφραστική πέτρα
Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσ…

Οι ράγες του τρένου τραγουδούν: Federico Garcia Lorca

Εικόνα
Μοναξιά 
(Στο Fray Luis de Leon)
Δύσκολη λεπτότητα: αποζητάει ο κόσμος μια λευκή, ολοκληρω- τική, αιώνια απουσία; Jorge Guillen
Μοναξιά σκυμμένη σκεφτική πάνω στο ρόδο και την πέτρα, αγρύπνια και θάνατε όπου ελεύθερος και σκλάβος, μαρμαρωμένος στο λευκό του πέταγμα τραγουδάει τη μέρα πληγωμένη από τον πάγο του Βορρά.
Μοναξιά σε ρυθμό  σιωπής απέραντης κι αρχιτεκτονικής όπου το δυνατό νύχι του πουλιού από το φουντωμένο δάσος δεν καταφέρνει να τρυπήσει τη σκοτεινή σου σάρκα.
Μέσα σ' εσέν' αφήνω ξεχασμένη τη φρενιασμένη βροχή των φλεβών μου και το χαλυβδωμένο κορμί μου για να 'μαι, έξω από τις αλυσίδες μου, ένα ρόδο αδύνατο στην ακροθαλασσιά.
Ρόδο γύμνιας πάνω στ' ασβέστη και την κρυφή φλόγα, όταν, σα θα σπάσ' η κλωστή, φεγγαρόλουστος και με σβησμένα μάτια, θα δρασκελίσω το γάργαρο νερό της γαλήνης σου.
Στην καμπύλη του ποταμού ο διπλός κύκνος τη λεπτότητά του κελαδάει. Η μαλακιά φωνή του δίχως ψυχρότητα  ξεχύνεται απ' το λαιμό του και κυλάει κι ανεβαίνει ανάμεσα στις καλαμιές.
Με τη γύρη του ρ…

στο τελευταίο βαγόνι: Ανδρέας Εμπειρίκος

Εικόνα
Εις την Οδό των Φιλελλήνων  


Μια  μέρα που κατέβαινα στην οδόν των φιλελλήνων,
μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω από τα πόδια και από τα δένδρα
της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσα στην καρδιά των
Αθηνών, μέσα στην καρδιά του θέρους.      Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά.
Αίφνης μια κηδεία πέρασε. Οπίσω της ακολουθούσαν
πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα
αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή
η κίνησις διεκόπη. Τότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας
μέσα στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του
άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς,                                                                     
ως μια επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
      Ήτο Ιούλιος. Εις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία,
κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο - από άνδρας λογής-λογής,…

στο τελευταίο βαγόνι: Kλείτος Κύρου

Εικόνα
Θα ξαναγυρίσουμε

λίγο πριν το σφύριγμα της αναχώρησης: Οδυσσέας Ελύτης

Εικόνα
XIII
Αυτός ο αγέρας που χαζεύει μεσ' στις κυδωνιές
Το ζουζούνι αυτό που πιπιλάει τα κλήματα
Η πέτρα που ο σκορπιός φοράει κατάσαρκα
Κι αυτές οι θημωνιές μέσα στ' αλώνια
Που καμώνουνται το γίγα σε μωρά παιδιά ξυπόλυτα.

Οι ζωγραφιές του άναστα ο Θεός
Στον τοίχο που έξυσαν τα πεύκα με τα δάχτυλά τους
Ο ασβέστης που βαστάει στη ράχη του τα μεσημέρια
Και τα τζιτζίκια τα τζιτζίκια μεσ' στ' αυτιά των δέντρων.

Μεγάλο καλοκαίρι από κιμωλία
Μεγάλο καλοκαίρι από φελλό
Τα κόκκινα πανιά λοξά στα σαγανάκια
Στον πάτο ζώα κατάξανθα σφουγγάρια
Των βράχων φυσαρμόνικες
Πέρκες από τις δαχτυλιές ακόμη του κακού ψαρά
Ξέρες περήφανες στις πετονιές του ήλιου.

Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ' εμείς.

(από τη συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος», Εκδ. Ίκαρος 1989)


XVI
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις ν…

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης