Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2012

από τα μεγάφωνα του Tρένου: Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ

Εικόνα

στο τελευταίο βαγόνι: Γουάλας Στίβενς (Part II)

Εικόνα
Περί της επιφάνειας των πραγμάτων  Ι  Στην κάμαρά μου, ο κόσμος είναι πέρα απ' ό,τι μπορώ να καταλάβω·  Αλλά όταν περπατάω βλέπω πως τον αποτελούν τρεις-τέσσερις                  λόφοι κι ένα σύννεφο.                                                                            ΙΙ  Απ' το μπαλκόνι μου, επιθεωρώ τον κίτρινο αέρα,                                    Διαβάζοντας εκεί που έχω γράψει,                                                               «Η άνοιξη είναι σαν μια ωραία που γδύνεται»                                          ΙΙΙ  Το χρυσωπό δέντρο είναι μπλε,                                                                     Ο τραγουδιστής έχει τραβήξει τον μανδύα του πάνω απ' το κεφάλι.     Το φεγγαράκι είναι μες στις πτυχώσεις του μανδύα.                              

μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου


 Of the Surface of Things  I  In my room, the world is beyond my understanding; But when I walk I see that it consists of three or four         hills and a clou…

στο τελευταίο βαγόνι: Κώστας Καρυωτάκης

Εικόνα
Αισιοδοξία
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράση. 

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθή κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα. 

Ας υποθέσουμε πως του καπέλλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν-
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος. 

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -το τραγούδι να μοιάση
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάση.
Κώστας Καρυωτάκης
1896-1928

στο τελευταίο βαγόνι: Λάμπρος Πορφύρας

Εικόνα
Ἡ Θαμπωμένη Χώρα  Π ολλές φορὲς στοῦ δειλινοῦ τὴ μυστικὴ τὴν ὥρα,           
ὅταν γυρνῶ μὲ τὴν ψυχὴ βαριὰ συλλογισμένη,                
πολλὲς φορὲς στὴν ἐρημιὰ βγαίνει μίαν ἄυλη χώρα,
μιὰ χώρα πάντα σιωπηλὴ καὶ πάντα θαμπωμένη.


Τὰ σπίτια της εἶναι κλειστὰ κι εἶναι παλιά. Κλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς φτωχὲς αὐλές, τὶς ρημαγμένες,
στοὺς τοίχους, στὰ κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οἱ στέγες μὲς στὴν πράσινη τὴ μούχλα εἶναι ντυμένες.

Ἔτσι εἶναι. Κι ἄλλα τά ῾χω δεῖ -θαρρῶ- στὰ μαῦρα ξένα,
ἄλλα ἐδῶ πέρα στὸ χωριό, καὶ κάποια στὸ νησί μου,
κάποια στὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, σὲ χρόνια εὐτυχισμένα,
κι ὅλα τους, κι ὅλη ἡ χώρ᾿ αὐτὴ μοῦ λέει γιὰ τὴ ζωή μου.

Ἄ! Καθὼς μπαίνω στ᾿ ἄχαρα τὰ βραδινὰ στενά της,
κανένας δὲν ὑπάρχει πιὰ νὰ βγεῖ νὰ μ᾿ ἀπαντήσει,
ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος κι ὁ στερνὸς ποὺ τὰ περνῶ διαβάτης·
θυμᾶμαι ἀγάπες· σβήνεται τὸ λίγο φῶς στὴ δύση·

Σβήνεται ἀγάλια ὁλότελα. Κι ἡ χώρα ἡ θαμπωμένη
μαζὶ μ᾿ ἐκεῖνο σιωπηλὴ βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Κι ἀλλοίμονο! τριγύρω μου δὲ μένει
παρὰ ἡ νυχτιά, κι…

Χωρίς αποσκευές: Mέλπω Αξιώτη

Εικόνα
ΕΝΑ                             ΚΟΚΚΙΝΟ          ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ                

Ήταν χειμώνας. Παγωνιά. Μήτε ραδίκι δεν ξεφύτρωνε. Μήτε ένα γέλιο δε διαγραφόταν. Η γη είχε καταξεραθεί. Βρέχει με το τουλούμι. Κανόνια γιόμιζαν τον ουρανό. Μήτε να βγάλει το άρβυλο να πέσει ο κάπτα-Νίκος. Μήτε να ξαναθυμηθεί τις επιστήμες και τα γράμματα. Μόνο για να νεκροφιλήσεις απόμενε λίγος καιρός. Μόνο για ν’ αποχαιρετήσεις ένα ένα πράμα που ’φευγε. Εκείνη την ημέρα ήρθε η σειρά του λοχαγού. Ήταν μια στενή κάμαρα μ’ ένα κερί που όλο κι έλιωνε απάνω στα ποδάρια του. Κι ο λοχαγός καταμεσής νεκρός, κι εκοίταγε κατά τη δύση. Και πριν να λιώσει το κερί να σκοτεινιάσει ολότελα, κάμποσοι φίλοι εβάδιζαν κι έσκυβε ένας ένας και τον αποχαιρέταγε. Την ώρα αυτή που κίναγε στο αιώνιο ταξίδι. Μπήκε κι ο κάπτα-Νίκος τότε, και το κερί ετρεμόσβηνε πάνω στη μούρη του νεκρού, κι είχε ξεχάσει ολότελα εκείνον τον καιρό τις επιστήμες και τα γράμματα και πως υπάρχουν ζωντανοί κι αγάπες και φθινόπωρα, κι έβλεπε μόνο εμπρός του το …

στον τελευταίο σταθμό: Presque - Jacques Prevert

Εικόνα
Σχεδόν                Στο Φοντενεμπλό  Μπροστά από το ξενοδοχείο του Μαύρου Αετού  Υπάρχει ένας ταύρος λαξευμένος απ’ τη Rosa Bonheur  Λιγάκι πιο μακριά ολόγυρα  Είναι το δάσος  Και λίγο πιο μακριά ακόμα  Όμορφο σώμα  Εξακολουθεί να είναι το δάσος  Και η δυστυχία  Και δίπλα ακριβώς η ευτυχία  Η ευτυχία με τα βαθουλωμένα μάτια  Η ευτυχία με βελόνες από πεύκο στην πλάτη  Η ευτυχία που δεν έχει το μυαλό σε τίποτα  Η ευτυχία όπως ο ταύρος  Ο λαξευμένος από τη Rosa Bonheur  Κι έπειτα η δυστυχία  Η δυστυχία μ’ ένα χρυσό ρολόι  Με κάποιο τρένο να προλάβεις  Η δυστυχία που έχει το μυαλό στα πάντα...  Έχει τα πάντα  Ατού…  στα πάντα ... στα πάντα...  Και παντού  Και που κερδίζει 'σχεδόν' κάθε φορά  Σχεδόν.

  απόδοση στα ελληνικά: Μαρία Θεοφιλάκου         

  Presque          A Fontainebleau  Devant l'hôtel de l'Aigle Noir  Il y a un taureau sculpté par Rosa Bonheur  Un peu plus loin tout autour  Il y a la forêt  Et un peu plus loin encore  Joli corps  Il y a encore la forêt  Et le malheur  Et tout à c…

στο τελευταίο βαγόνι: Ιούνιος Μήνας (Γ. Ρίτσος)

Εικόνα
 Ιούνιος Μήνας
Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –   άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι   ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,   μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη   καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.   Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.   Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.   Ένα πουλί ξύπνησε.   Το ποτάμι κυλούσε.   Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση   σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του   κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους   όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.
  από τα Προσχέδια, (Εκδ. Κέδρος, Τρίτος τόμος)


 Γιάννης Ρίτσος    1909-1990  










 πηγή: http://itzikas.wordpress.com/

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης