Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2013

ιστορίες φιλμ νουάρ στο Τρένο: Τάσος Λειβαδίτης

Εικόνα
Η εξέγερση

Ο ρόλος μου σ' αυτήν την τρομερή υπόθεση, που τόση σύγχυση
έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη-
μυστήριο, τι μπορεί να χρησιμέψει ένας καθρέπτης σε τέτοιες στιγμές-
ύστερα κάποιος θά 'δινε το σύνθημα και θ' άρχιζε η εξέγερση, αλλά
ποιός θά 'δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου,
άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που
περνούσε τ' απογέματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το
ποιός, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία-
αλλά και ποιό θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη "χίμαιρα",
άλλοι στη λέξη "αθώος", πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης
που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα
ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως
θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ.



Τάσος Λειβαδίτης 1922-1988

από την καμπίνα του μηχανοδηγού: Bικτώρια

Εικόνα
Βικτώρια
Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου Ούτε και τέρμα να αποθέσω τα μπαγκάζια μου Όλο τ΄ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη, ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα  Κι εσύ αν είσαι φίλος κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο, αν φεύγει, είμαστε μόνοι

Μαρία Θεοφιλάκου _________________________________________________________ Η φωτογραφία απεικονίζει το ζωγραφικό έργο "Σταθμός Βικτώρια - Σκάλες" του Δήμου Σκουλάκη, 1977 (Λάδι σε μουσαμά , 210 x 190 εκ., δωρεά του καλλιτέχνη στην Εθνική Πινακοθήκη). Περισσότερα για τον καλλιτέχνη εδώ.

στο τελευταίο βαγόνι: ποιήματα στο συρτάρι

Εικόνα
ΒΡΑΔΙΝΟ ΒΑΓΟΝΙ Οι συντρόφοι που χαθήκαν με την πέτρα της σιωπής μας στο λαιμό τους ίσως και νάχουν γίνει πια ετούτη η μουγκή βροχή που δένει στην ψυχή μας το σπάγκο του χειμώνα
μείνανε στο στερνό βαγόνι σιωπηλοί κοιτάζοντας τις ράχες εκείνων που κατέβαιναν τις ξένες αγκαλιές το πηγαινέλα του καφέ στην αίθουσα αναμονής σκυφτοί και πετρωμένοι στα σφυρίγματα του μηχανοδηγού Δεμένοι με τί κάρβουνο και τί σανίδι
Ίσως να ταξιδεύουνε ακόμα, ξέρεις σαν τα πανάρχαια θολά ποτάμια σαν το κατέβασμα της χειμωνιάτικης βραδιάς με το φεγγάρι, τη σιωπή, τη λάμπα πετρελαίου χωρίς τοπίο στο παράθυρο χειρονομίες, λέξεις και νοήματα σαν την αποψινή μουγκή βροχή με το βελόνι και τον σπάγκο του χειμώνα
“Δεν ξέρω”, είπ' εκείνη “δεν ξέρω πολλά πράγματα από τραίνα άλλωστε, δεν ταξιδεύει πολύς κόσμος πια μ' αυτά είναι αργά και επικίνδυνα”.  


Το Τρένο της ποίησης σφυρίζει: το ποίημα έχει δημοσιευτεί στο διαδίκτυο, εδώ: (http://www.matrix24.gr/2013/11/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BE%CE%B5%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE…

καθώς φεύγουν τα φώτα: Αφήγηση (Γιώργος Σεφέρης)

Εικόνα
Ἀφήγηση Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄ…

από τα μεγάφωνα του Τρένου: Nτίνος Χριστιανόπουλος

Εικόνα
Όταν σε περιμένω                                                                    

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.




Ντίνος Χριστιανόπουλος                                                      



στο τελευταίο βαγόνι: Louis Aragon

Εικόνα

συνομιλίες στο Τρένο: Γιάννης Ρίτσος - Κώστας Βάρναλης

Εικόνα
Το ποίημα «Καμπάνα» του Γιάννη Ρίτσου μπορεί να ιδωθεί ως μια ετεροχρονισμένη αναφορά στον Κώστα Βάρναλη, που στους «Σκλάβους Πολιορκημένους» μίλησε για μιαν άλλη Καμπάνα· μια καμπάνα που κανείς δεν κατάλαβε τί έλεγε, κανένας, γιατί καθένας άκουγε μόνο τη δική του σκέψη. Καθένας, και στα δυο ποιήματα, κοιτάει το δικό του πιάτο, και αγνοεί τους στίχους του ποιητή: «Δεν είναι μπρος/ειν’ πίσω σου/χρόνια ο οχτρός!» Σήμερα αυτός ο ιδιότυπος διάλογος παρουσιάζεται στο Τρένο.



Η καμπάνα - Γ.  Pίτσος
Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε;) πάνω ἀκριβῶς ἀπ᾿ τὸ τραπέζι
καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; - πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;
Σκυμμένοι στὸ πιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ. Ποτὲ δὲ σηκώσαμε
λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, - ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε; Μά, τώρα,
τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη. Ποιὸς τάχα τὴν πρωτό ῾δε; ποιὸς μᾶς τό ῾πε
ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει; Ἴσως, μιὰ νύχτα, ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι,
στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ ἄδειο
θαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μ…

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης