Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2013

ταξιδεύοντας σε ανοιχτό πεδίο: Τάσος Λειβαδίτης [O Eπόμενος]

Εικόνα
Ο επόμενος^
Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα και η μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μονάχα ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο της ν’ ανοίξει.
……Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου.
……Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δε θα ξαναβρεθώ — κι έραβα τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πώς αυτή είναι η δύναμη μου, σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού.
……Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου,
……γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω.
^από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972), ενότητα, Διασπορά, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδ…

από τα μεγάφωνα του τρένου: Mανόλης Aναγνωστάκης (φοβάμαι)

Εικόνα
Φοβάμαι ^
Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου– βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό». Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου. Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου 'κλειναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν. Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις». Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο. Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
^Το ποίημα γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή


Μανόλης Αναγνωστάκης 1925-2005

στο ταξίδι που για κάποιον τελειώνει: Γιάννης Αγγελάκας (σιγά μην κλάψω σιγά μη φοβηθώ)

Εικόνα
The Skeletons are out of the closet and standing up
Isn't the time for you to say



Σιγά μην κλάψω Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό,
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ,
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.
Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω,
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.
Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα…

στο Τρένο της ποίησης: Nίκος Σφαμένος ["On the waters of terror floats love"]

Εικόνα
εκτός
«νίκησε αυτή τη σκιά» μου είπες εκείνη τη νεκρή νύχτα
την επόμενη δεν σε βρήκα
βγήκα στο δρόμο χλωμός ναι έκανε κρύο
«πως πάει ρε συ;» με ρώτησε ο μαγαζάτορας
«καλά πάει» απάντησα
τι τυχερός τα είχα όλα εκτός από αγάπη



χιόνι
και όταν με ρωτήσετε πως περάσαμε τον καιρό μας θα σας πω όπως τούτη τη μέρα: χιόνισε μετά από πολλά χρόνια στη πόλη και απομείναμε να κοιτάμε τους τελευταίους βιαστικούς ανθρώπους εγκλωβισμένοι σ’ ένα παλιό καφενείο


φυσικά
ρε σεις όλοι εσείς οι αμέριμνοι πείτε μου τόσα πολύχρωμα όνειρα και εκείνα τα θλιμμένα ποιήματα που περίμεναν ακίνητα χρόνια τώρα να ταξιδέψουν τι απέγιναν;
και οι μέρες μας γιατί γίνονται όλο και πιο παγωμένες;
τα πρόσωπα τους γιατί είναι σκυθρωπά εχθρικά ή ανέκφραστα;
θα αντικρύσουμε ποτέ τη γαληνεμένη θάλασσα με τα φωτεινά μάτια ενός παιδιού;
και γιατί άλλο ένα ποίημα να τελειώνει όπως όλα τα προηγούμενα -μ’ ένα δάκρυ- ε;
καλοκαιρινό
ένα κορίτσι που χορεύει ένας ποιητής που ξενυχτά ένα φεγγάρι που σκοτώνει κι ένας κόσμος που απομακρύνεται
αυτό είναι όλο κι όλο ___________________________________…

στο τρένο της ποίησης: Bασίλης Zηλάκος

Εικόνα

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης