Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2011

στο τελευταίο βαγόνι: Γιάννης Ρίτσος - Καπνισμένο τσουκάλι

Εικόνα
Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι  από αίμα — όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα — μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.         

                   Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.

Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.

στο τελευταίο βαγόνι: Κάρολ Ανν Ντάφυ

Εικόνα
ΠΕΡΑΣ(ΜΑ)
" Ιδού η κίχλη η σοφή· το ίδιο το κελάηδημα δις και εκ νέου άδει,    Μη και θεωρήσετε πως δεν ξανασυλλάβει   Την πρώτη εκείνη υπέροχη ανέμελη σαγήνη! "                                                 ROBERT BROWNING

Ξυπνώ μια ώρα σκοτεινή εκτός χρόνου, πηγαίνω στο παράθυρο. Άδειος απ' αστέρια, μαύρος ο ουρανός, η σελήνη πουθενά ν' αναφερθώ, η ώρα όνομα δεν έχει μήτε αριθμό, ούτε καν μία ρανίδα φωτός.  Την είσοδο επιτρέπω στον αέρα. Η ξαφνική του κήπου μυρωδιά,  τάφος είναι ανοιχτός. Τι μου απομένει για ν' αντέξω,
δίχως προσευχές και ξόρκια, μια ώρα σαν κι αυτή, ατέρμονη, ανάλγητη, ανώνυμη, το θάνατο του έρωτα; Οι άλλες οι ώρες μονάχα - εκείνες που διάσημες ο αέρας κατέστησε όπου κι αν στάθηκες, το ξενοδοχείο πολυτελείας, σαν γίναμε παρανάλωμα της νυχτερινής του φωτοχυσίας,
η ώρα που χρειάστηκες βέρα από στάχυ να φτιάξεις και ταίρι σου να με ονομάσεις. Το όνομά σου προφέρω και πάλι. Και γίνεται κλειδί, που κάθε σκοτάδι ξεκλειδώνει, ώστε κι ο χάρος να αιωρείται κρεμασμένος …

στο τελευταίο βαγόνι: Κατερίνα Γώγου

Εικόνα
«Τα μάτια μου γαλαξίες απ’ άλλο στερέωμα, βλέπουνε τη νοσταλγία εκείνων των πλανητών που αυτοκτόνησαν από μοναξιά. Τ’ αποτυπώματα απ’ τις φτερούγες μου αστερόσκονη αφήνουνε στα μακρινά καμπαναριά, στο παρελθόν εκρήξεων, κι ένα δέντρο, που με την πρώτη ανάσα ήλιους, πέταλα ανοίγει». 






Πώς με κοιτάζει έτσι...
Πώς με κοιτάζει έτσι αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι... Πώς θροΐζει μέσα μου αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι... Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά δείχνει παντού και πουθενά τι θέλει το φεγγάρι... Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μου διογκώνει το Εγώ μου... Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιού φεγγαριού η χάση μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου... πώς με κοιτ... Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης...

Πίσω από γαλακτερό αέρα πηχτό και φθαρμένες κουρτίνες βαριές βυσσινιές ξυπνάω... ζω... κοιμάμαι... έχω πεθάνει…

στο τελευταίο βαγόνι: Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Εικόνα
Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδι που θα 'μαι μια μέρα, καθώς το φτερό που θα 'μαι μια μέρα. 
Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου,
δική μου κι ενός πουλιού. 
Τραγούδα, τραγούδα, φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα που δεν το είπες
δεν είπες τίποτα! 



Εγώ δεν είμαι εγώ
Εγώ δεν είμαι εγώ.
Είμαι κείνος
που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
και, άλλες φορές, τον λησμονώ. Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
και που θα μείνει όρθιος όταν θα 'μαι νεκρός.


Χουάν Ραμόν Χιμένεθ  (1881-1958)

Νέοι ποιητές στο τρένο της ποίησης: Νικολέττα Κατσαρή

Εικόνα
3.
Ιαχές ξελογιάστρες ανέμισαν τον ήλιο Χρυσαφιά αρμένισαν τη θαλάσσια αύρα χορεύοντας Γλαυκοί νέοι εκεί περιμένουν τη μύηση με χείλια φλογισμένα με σημαδεμένο πρόσωπο απ' την αρμύρα του πνιγμού και του έρωτα Φτεροκοπώντας οι νέοι περιμένουν τις πτώσεις
Αναδεύτηκε ο ορίζοντας και είχε στο δόντι την πικρή ελιά Στο άσπρο βότσαλο γλίστρησε ο κόσμος και γέλασε ξαφνιασμένος μιας που επιτέλους τα κατάφερε να πέσει γυμνός, με άδεια χέρια και στόμα γεμάτο Γονάτισε, τις παλάμες στο έδαφος έβαλε κι έσκυψε απ' την άκρη του γκρεμού το κάτω χείλι του δαγκώνοντας, να δει με γουρλωμένα έκπληκτα μάτια εκεί κάτω, τι συνέβη και τι συντελείται κι έπαιξε τα ρουθούνια του να οσμιστεί τι γεννιέται και το λουλούδι των αιώνων πώς αναδύεται και πώς αιωρείται.

















 4.
Με ρήμαξαν οι χαραυγές                       που μυστικά συντελούνται Αφηνιάσανε οι πληγές                       χάσκουν και αφηγούνται πώς διασχίστηκαν τα πέρατα, πώς δαμάστηκαν από τις πτώσεις οι γκρεμοί...
και συγκλονίστηκε ο άνθρωπος που είδε πόσο σύμπαν χωράει εντό…

στο τελευταίο βαγόνι: Νίκος Καρούζος (ΙΙ)

Εικόνα
Ἡ χρησιμότητα τῆς ἀπειλῆς

Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.
Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη! Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης