Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2013

πίσω από το τζάμι του Τρένου: Nίκος Eγγονόπουλος (Πρωινό Τραγούδι)

Εικόνα
Πρωινό τραγούδι    


    ερώτησα
κάποτες γιατί
τάχατες         
η τραγική        
και σεμνή παρθένα 
που λέγονταν Πουλχερία     
την παραμονή του   
γάμου της
σφουγγάρισε προσεκτικά όλο
το σπίτι       
και την επομένη    
απέθανε;           




μια      
που καθάρισε και νοικοκέρεψε   

η ελαφρότητα του ταξιδιού: Jacques Prévert [Chanson]

Εικόνα
Τραγούδι                                                                   
Ποιά μέρα είμαστε Είμαστε όλες οι ημέρες Φίλη μου Είμαστε όλη η ζωή Αγάπη μου Αγαπιόμαστε και ζούμε Ζούμε και αγαπιόμαστε Και δε γνωρίζουμε τι είναι άλλο από τη ζωή Και δε γνωρίζουμε τι είναι άλλο από τη μέρα Και δε γνωρίζουμε τι είναι άλλο από την αγάπη.
[μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου]                                   

Chanson     Quel jour sommes-nous
Nous sommes tous les jours
Mon amie
Nous sommes toute la vie
Mon amour
Nous nous aimons et nous vivons
Nous vivons et nous nous aimons
Et nous ne savons pas ce que c'est que la vie
Et nous ne savons pas ce que c'est que le jour
Et nous ne savons pas ce que c'est que l'amour.
Jacques Prévert                     1900-1977

καπνός από το φουγάρο του τρένου: Κωστής Παλαμάς

Εικόνα
   Κακή Φωτιά*        

Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί, νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.
Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά. Με καίει κακή φωτιά.
Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννηση μου λάθος το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό σέρνουν εμένα δυο άλογα, τ' αράπικο το πάθος και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.

* από τα Παράκαιρα (1919)

Κωστής Παλαμάς
1859-1943





Η μελοποίηση από τα Υπόγεια Ρεύματα: 





στην άδεια αμαξοστοιχία: Kώστας Oυράνης

Εικόνα
Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι                                                                       

Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι                                                              
ποῦ γέρασαν κὰ τώρα, λαβωμένα,                                                                          
χωρὶς οὔτε μία βάρδια στὸ κατάστρωμα,                                                     
σαπίζουν στ᾿ ἀκρολίμανα δεμένα.                                                                      


Τὰ φορτηγὰ καράβια: ποὺ ταξίδεψαν                                                                 
στῶν πέντε τῶν ἠπείρων τὰ πελάγη                                                                         
-ἀπ᾿ τοῦ Μουρμὰνκ τὴ παγερὴ τὴ θάλασσα                                                  
ἴσαμε τοῦ Ἀμαζόνα τὰ τενάγη.                                                                               


Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι                                                       
ποῦ στὰ…

στο τελευταίο ταξίδι πριν το αύριο: Παύλος Παυλίδης

Εικόνα
ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ     Θα 'ρθει μια μέρα που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
θα είναι χαρτί που στροβιλίζει ο αέρας μακριά.

Και θα ξυπνήσω απ’ το βαθύ, απ’ το μεγάλο λήθαργο
που με κρατάει μακριά σου παγωμένο και βουβό
θα είναι μια μέρα γιορτινή όταν θα έρθω να σε βρω.

Κάτω απ’ του χρόνου τις σκουριές βρήκαν τα μονοπάτια σου
μα το χρυσάφι τα παιδιά το 'χουνε κρύψει από καιρό
σε μια θαλασσινή σπηλιά, σ’ ένα απότομο γκρεμό.

Θα 'ρθει μια μέρα  που θ’ αφήσω αυτό το φόβο πίσω μου
θα γίνει δέντρο και θα παίζουν από κάτω τα παιδιά
θα είναι ο καπνός από ένα τρένο που σφυρίζει μακριά.
(από τις "Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί", 2013)

     Παύλος Παυλίδης      

στο θερινό ηλιοστάσι του Τρένου: Γιώργος Σεφέρης

Εικόνα
Β´


Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.


Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.


Θ´


Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.


Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν -
ἄφησέ τους.


Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.



˨ από το «Θερινό Ηλιοστάσι»



Γιώργος Σεφέρης 1900-1971

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης