Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2012

στο τελευταίο βαγόνι: Bertolt Brecht

Εικόνα
Για τον φτωχό Μπ .Μπ.
Για τον φτωχό Μπ .Μπ.
Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.
Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε
σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου. 

Έχω το σπίτι μου στην πολιτεία της ασφάλτου
φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,
μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.
Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά. 

Φέρνομαι φιλικά στους ανθρώπους. Φορώ
καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.
Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα
και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά. 

Στις άδειες κουνιστές πολυθρόνες μου καθίζω
το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά
τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:
Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.

Κοντά το βράδυ μαζεύω γύρω μου τα παιδιά
λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»
ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια
και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.

Το πρωί στο γκρίζο χάραμα κατουράνε τα έλατα
και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.
Κείνη τ…

στο τελευταίο βαγόνι: Arseny Tarkovsky (ΙΙ)

Εικόνα
Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα. Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.  Από το καθημερινό βάρος στους ώμους  Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,  Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα  Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,  Και τυφλές,  βουβές,  κουφές,  σκορπίζονται στους ορόφους.  Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης  Στέλνει τα δευτερόλεπτα  εδώ  κι εκεί,  και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,  τρυφεροί  και μισοζώντανοι,  Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,  Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια  Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,  Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,  Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές  Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.  Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,  Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,  Κι έφεραν τους λογαριασμούς.  Αδύνατον  Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,  Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, - πόσο ταραγμένη  Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία. 

Aπό τα Mεγάφωνα του Tρένου : ΄Aλκης Aλκαίος

Εικόνα
Πόρτο Ρίκο
Φιγούρα ξωτική και ταξιδιάρικη
στο φως του φεγγαριού ανθίζει πάλι
γιατί όλη την ζωή του την εξόδεψε
παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη

Θυμάμαι σαν παιδί γελούσε και έλεγε
στην σέλα ακροβατώντας ποδηλάτου:
«Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας
πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του»

Μα ο κόσμος προχωρά χωρίς να μας ρωτά
κλεισμένοι δρόμοι, κλέφτες και αστυνόμοι
αγάπα το κελί σου, τού 'παν, κι ύστερα
έξω πιο μόνος μα γελούσε ακόμη



Μια νύχτα μεθυσμένη παίρνει ανάποδες
ημερολόγια καίει και πτυχία
Το χάραμα μπαρκάρει σε πειρατικό
για της ζωής του την σκηνοθεσία

Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, Σάουθ Άφρικα
στο Άμστερνταμ δυο τέρμινα και κάτι
γλιστρούσαν οι αγάπες μες στα μάτια του
σαν τον αφρό στα δάχτυλα του ναύτη

Στο Πόρτο Ρίκο χρόνια ασυλλόγιστα
και τις καρδιάς του σκόρπισε τα φύλλα
σε υπόγεια σκοτεινά και ύποπτα
λες και έψαχνε το φως μες στην ξεφτίλα

Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα μπλουζάδικο
άκουσε να φαλτσάρει η μουσική του
τα αφεντικά στον δρόμο τον πετάξανε
τα στίγματα σαν είδαν σ…

στο Tελευταίο Bαγόνι: Ezra Pound (The Lake Isle)

Εικόνα
Tο νησί στη λίμνη
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλείο, σαν το θελήστε,
Με τα μικρά στιλπνά κουτιά στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια
Και το ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο
και το τουμπεκί,
Και το ξανθό Βιρτζίνια,
χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,
και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,
Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,
Να πούνε το λογάκι τους, και για να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλείο,
ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα
εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,
που όλη την ώρα σου ζητά να ‘χεις μυαλό.
μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης 
The Lake IsleO GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves, Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop, With the little bright boxes piled up neatly upon the shelves And the loose fragrant cavendish and the shag, And the bright Virginia loose under the bright glass cases, And…

στο Tελευταίο Bαγόνι: Φρειδερίκος Νίτσε

Εικόνα
Το μεθυσμένο τραγούδι
Ω
άνθρωπε! Έχε το νου σου!
Τί λέει των βαθιών μεσονυχτίων η φωνή; “Κοιμήθηκα τον ύπνο μου-, “απ' το βαθύτερο όνειρο έχω ξυπνήσει:- “Βαθύς είναι ο κόσμος, “πιο βαθύς απ' όσο διάβασε η μέρα. “Βαθιά είναι η οδύνη του-, “η χαρά—βαθύτερη από την οδύνη: “Η οδύνη λέει: χάσου! “Μα κάθε χαρά αιωνιότητα θέλει-, “θέλει βαθιά, βαθιάν, αιωνιότητα!»

Friedrich Nietzsche
1844-1900

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης