Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2014

στο τελευταίο ταξίδι της άνοιξης: Tάσος Kόρφης

Εικόνα
Ο δύτης Αφησέ με, λοιπόν, να σύρω το σκοινί και να βγω
στην επιφάνεια, απ' το βυθό που, χρόνια τώρα, τριγυρίζω
αναζητώντας, ανάσα στις φυλλωσιές των
κοραλλιών, στον άφωνο τρόμο των ψαριών, ανάμεσα
στις αιχμές των βράχων και στα κουφάρια των
βουλιαγμένων πλοίων, μια φωλιά για ν' αφήσω τ' αυγά
μου και να ησυχάσω. Πόσο πολύ νοστάλγησα έν' ανθρώπινο χέρι, να με
τραβήξει από εδώ και να με φέρει κοντά του, να με
ξαπλώσει στην κουπαστή, να μου δείξει τ' αστέρια,
να με ζεστάνει με την αφή του.

Tάσος Κόρφης  (ψευδώνυμο του Τάσου Ρομποτή) (1929-1994) ________________________________________________________________________________ περισσότερα για τον ποιητή και τα ποιήματά του στους παρακάτω συνδέσμους: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%8C%CF%81%CF%86%CE%B7%CF%82http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=233 http://www.poema.gr/dokimio.php?id=278http://logoskaitexni.blogspot.gr/2012/08/blog-post_8375.html

στο τελευταίο βαγόνι: ο Γκρεμιστής (K. Παλαμάς)

Εικόνα
Ο γκρεμιστής

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.

Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχε…

ονειρεύοντας ένα άλλο ταξίδι: Nικηφόρος Βρεττάκος (ο ανθρακωρύχος)

Εικόνα
Ο ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΣ

Ό,τι κι αν γράψεις λόγια θα ’ναι.
Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·
κι είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.
Κι είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαι
νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα
κι έλιωσα κάτω όπως ένα
τριαντάφυλλο κόκκινο.
Θέλω να γίνω ενός άλλου
είδους νερό. Μιαν άλλου είδους γλώσσα.
Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
και βαθύτερα μες στις καρδιές σας, καθώς
τις μαύρες στοές της γης
κατεβαίνοντας
ο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.


                                                                 Νικηφόρος Βρεττάκος                                                                                        1912-1991

λίγο πριν την αλλαγή τροχιάς: Γιάννης Νεγρεπόντης

Εικόνα
ΒΑΘΕΙΕΣ ΕΙΝ' ΟΙ ΡΙΖΕΣ Η αρχή όπως είπαν μερικοί / ή το τέλος κατ' άλλους / ήρθε ένα βράδι πολύ μέσα στ' άλλα / που ανοίγοντας την πόρτα τής κάμαρας του / μές στο σκοτάδι διέκρινε καθαρά / ένα φέρετρο, προορισμένο γι' αυτόν / δήθεν από καιρό.
Ανάβοντας το φως / έμεινε το τραπέζι του / κι' όλα μέσα στο δωμάτιο / σάν να υποκρινόνταν κάποιο ρόλο.
Πέρασαν μερικές μέρες γραφείου / με την ανυπόφορη ενεργητικότητα / όλων των άλλων για ένα παιχνίδι χαμένο / ένα παιχνίδι χωρίς νόημα /που παρακολουθείται πίσω απ' τα τοιχώματα / φέρετρου ερμητικά κλεισμένου / χωρίς να πάψει ούτε για μιά στιγμή / να εκτελεί τα καθήκοντα του σωστά /— ίσως επειδή η δουλειά του ήταν τυποποιημένη.
Σ' ένα φορτοταξί κι όλα τέλειωσαν.
Μερικές κουβέντες οίκτου, έκπληξης και / πόνου συνόδευσαν τη σκηνή / όμως άλλη η οδύνη· /η παγερότητα που σάν αράχνη /ξεκινάει απ' την άδεια καρέκλα / τα καλοξυμένα του μολυβιά / το ντοσιέ του υπό τον βαθμόν /γραφέως β’ παθόντος. (Για πόσα πράματα πρέπε…

στο τελευταίο βαγόνι: Norman MacCaig

Εικόνα
Περιστατικό

Κοιτάζω στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού και σκέφτομαι (φλογερά με έρωτα)
Ζήτα μου, έλα λοιπόν, ζήτα μου
να κάνω κάτι αδύνατο,
κάτι φρικαλέα ανώφελο,
κάτι αδιανόητο και αμίμητο
όπως το να κάνω ένα δάχτυλο να ανθίσει
ή το να περπατήσω για μισή ώρα μέσα σε είκοσι λεπτά
ή το να θυμηθώ το αύριο.

Σε θέλω να το ζητήσεις.
Αλλά εσύ το μόνο που λες είναι
Μου δίνεις ένα τσιγάρο, σε παρακαλώ;
Κι εγώ χαμογελάω και,
γυρνώντας στον θαυμαστό κόσμο
του δυνατού,
σου δίνω ένα
μ' ένα χέρι που τρέμει
μ' ένα ανθρώπινο τρέμουλο.


μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Incident

I look across the table and think
(fiery with love)
Ask me, go on, ask me
to do something impossible,
something freakishly useless,
something unimaginable and inimitable
like making a finger break into blossom
or walking for half an hour in twenty minutes
or remembering tomorrow.

I will you to ask it.
But all you say is
Will you give me a cigarette, please?
And I smile and,
returning to the marvellous world
of possibility,
I give you one
with a hand that trem…

στο τελευταίο βαγόνι: Θανάσης Τζούλης

Εικόνα
Μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών

Τα μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών με μεσότοιχο
Λένε που οι νεκροί με βραδινά σκουτέλια
δοκιμάζουν όλα τα φαγητά
Μου έτυχε να μην ξέρω αν έχω
στην απέναντι καρέκλα μου νεκρό ή ζωντανό
τρώμε και καπνίζουμε με το ίδιο ύφος
όταν κουραζόμαστε βγάζουμε το κεφάλι
και το ακουμπάμε στο τραπέζι
Γεμίζουν τα τραπέζια κεφάλια στη σειρά
τα κορμιά είναι από κάτω πεσμένα
για να ξεκουράζονται
βγάζοντας το μαύρο μάρμαρο για ν’ αλαφρώσουν
–Κρεμάστρες για τα κεφάλια σας κύριοι
κι από μια γαβάθα για το αίμα σας
λέει το γκαρσόν περνώντας κάτω από τα τραπέζια
Συχνά μου τυχαίνει να μην ξέρω
αν έχω απέναντί μου νεκρό ή ζωντανό
και τον γυμνώνω με βουβά ερωτήματα
το ίδιο σίγουρα κάνει κι αυτός
κι ούτε ξέρει αν γυρίζω σπίτι μου
      ————————————- –ή
     ——————————————-στον
  —————-————————————–τάφο
με τον ίδιο μεσότοιχο
ούτε κι εγώ ξέρω
Έχουμε όλοι τα ίδια κλειδιά
μεγάλα στην άκρη και παχιά σαν τα μάτια της κουκουβάγιας
μόνο για τη νύχτα
Το ίδιο γίνεται κι αν αλλάξουμε σακάκια
ακόμα και τις γυναίκες…

από τον Μάη του 1969: Kώστας Bάρναλης

Εικόνα
«Εθνική» Πρωτομαγιά
        Χορεύουνε Πρωτομαγιά Σκορπιός και Σπετσοπούλα        κι έχουν μπροστάρη του χορού τον «εθνικό» Μπαμπούλα.Οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τάνκερ, διυλιστήρια και ναυπηγεία χορεύουνε στα λαϊκά Ανθεστήρια. Χορεύει και τ’ Αφεντικού το γυάλινο σαράγι που μ’ έναν πήδο η γυάλινη συνείδησή του εράγη…         Xάρος και Μάης χορεύουνε στα ξερονήσια κάτου  και δίπλα ο Έχτος κελαηδεί με τα σιδερικά του. (Μάης 1969)
Kώστας Βάρναλης 1884-1974
διαβάστε περισσότερα ποιήματά του εδώ

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης