Athena Kildegaard | Τα χαμένα σαράντα

Ξυλογραφία του Φλαμμαριόν (Flammarion Engraving, ca. 1888)


Τα χαμένα σαράντα

Η ομάδα των τοπογράφων που έστειλαν
οι εταιρείες υλοτομίας από την πρωτεύουσα
σταμάτησε νωρίς, καθάρισε ένα σημείο από κουκουνάρια και χαλίκια,
άφησε σε μιαν άκρη τα προσανάμματα κι έστησε σκηνές.
Ο συνήθης ένας άναψε φωτιά
κι ύστερα από φασόλια και ξερά μήλα, ένας άλλος,
μάλλον πατέρας που νοσταλγούσε το σπίτι του, έβγαλε
ένα μπουκάλι μπέρμπον που κουβαλούσε για εβδομάδες.
Η ομάδα σήκωσε τα ποτήρια της στα γενέθλια του νεότερου,
του πρώτου που έβγαλε φουσκάλα, εκείνου που παραπονιόταν
για τις νοτισμένες του φανέλες, εκείνου που ήξερε
τον σωστό τρόπο με το ηλιοτρόπιο.
Αυτός κοκκίνησε στην τρίτη πρόποση και στην τέταρτη,
ξύπνησε μέσα στη νύχτα κι έκανε ζιγκ ζαγκ 
ανάμεσα απ' το δάσος για να ξεράσει. Επιστρέφοντας,
ανακάτεψε τη χόβολη, πρόσθεσε ξύλα, κι έριξε,
κατά λάθος, τους χθεσινούς υπολογισμούς στη φωτιά.
Τους είχε χρησιμοποιήσει, ανόητα, για να φουντώσει τις φλόγες.
Έτσι όταν ήρθε το πρωί ξεκίνησαν στραβά κι άφησαν
σαράντα στρέμματα κι ένα κομμάτι του ρυακιού αχαρτογράφητα.

Τα περισσότερα απ’ αυτά τα έβγαλα απ' το μυαλό μου, τα μήλα,
την ανοησία, το μπέρμπον που αγοράστηκε στο Σεντ Πολ.
Ίσως όχι την ανοησία, αν και μου αρέσει το νοτισμένο με δροσιά
αγόρι που σκουντουφλά μέσα στη νύχτα. Ήταν Οκτώβριος
και οι Πλειάδες πήδηξαν πάνω σαν να ήθελαν να σημαδέψουν
την αναγκαιότητα του λάθους.

[μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου]

πηγή πρωτότυπου: Talkingwriting.com


The Lost Forty

The team of surveyors sent up
by logging interests from the capital
quit early, cleared a spot of pinecones and pebbles,
set aside the kindling, and righted tents.
The usual man built a fire
and after beans and dried apple, another man,
probably a homesick father, brought out
a bottle of bourbon he'd hauled for weeks.
The team toasted the birthday of the youngest,
the first to get a blister, the one who complained
of dew on his flannels, the one who knew
the correct way with the heliotrope.
He blushed at the third toast and the fourth,
woke up in the night and zigzagged
through the woods to puke. On his return
he stirred the embers, added wood, and dropped,
by accident, yesterday's calculations in the fire.
He'd used them, stupidly, to fan the flames.
So come morning they started awry and left
forty acres and a span of creek unmapped.

I've made most of this up, the apples,
the stupidity, the bourbon bought in St. Paul.
Perhaps not the stupidity, though I like the dew-damp
boy who bumbles in the night. It was October
and the Pleiades leapt above as if to mark
the necessity for error.



Athena Kildegaard




Σχόλια