![]() |
| Gabrielle Garland, untitled 2024 |
ΟΤΑΝ ΣΕ ΚΟΙΤΩ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΙΛΑΩ ΣΧΕΔΙΑΖΩ ΕΝΑΝ ΧΑΡΤΗ
Η αγάπη όχι ως καταγωγή
αλλά ως έξοδος. Ένας αποχωρισμός και μετά
ένας άλλος. Σκόνη της χώρας σου
που κυλάει σαν ιδρώτας ή τ' όνομά μου απ' τη γλώσσα σου
τον καιρό που με αγαπούσες. Εκείνο το φθινόπωρο
τα κουνούπια ωρίμασαν στους τοίχους του διαμερίσματός σου
κι έφτιαξαν έναν συνοριακό φράχτη στο δέρμα μου.
Εδώ, το άγγιγμά μας είναι παράνομη είσοδος. Εδώ, ο δρόμος είναι κλειστός.
Έγινα η κλέφτρα που τάιζες με παράθυρα
με τάιζες κάδρο το κάδρο: η σιλουέτα σου
να κοιμάται, σιλουέτα να κόβει μάνγκο
σιλουέτα με άλλα φαντάσματα—
Ποτέ δεν μου είπες, δύο φορές σε απέλασαν
πριν φτάσεις στο Νογκάλες, μόνος και μόλις εννιά
χρονών, σκιές των σαγκουάρο
σε παντομίμα. Οι κουκουβάγιες λυγίζουν επιδεικτικά κόντρα στον ουρανό
η τίγρη κοσκινίζει τις ρίγες της από ήλιο και απουσία
κάνοντάς το μέρα και μετά νύχτα. Σβήνω
και σε φαντάζομαι όπως κάνω πάντα,
πιο ανέλπιστος καρπός από φίλος, πιο αδερφός για μένα από σύκο.
Σπίτι como ancla, no como cadenas, μάλλον εσύ σαν ένα σκουλήκι, αγκιστρωμένο
σε ένα μικρό ψαροχώρι πλάι στη θάλασσα
μακριά από την έρημο να αποκαλείς
τα ιγκουάνα Μάνα, αν και δεν μπορούσαν να σε θηλάσουν.
Σε φαντάζομαι πίσω στο Ελ Σαλβαδόρ,
να τζογάρεις σε μια κηδεία, ζάρια να ανακατεύουν χώμα.
Τα πόδια από δυο τριαντάφυλλα-φαντάσματα κομμένα κι ενωμένα στο πέτο σου.
Δεν θα πεθάνεις τώρα αλλά θα απογοητευτείς που δεν το έκανες
σ' ένα τριπάρισμα με μανιτάρια σ' ένα αμάξι με φίλους,
ένα Μασκογκιανό πρωινό, ρόδες και ρόδες
και ούτε μια κραυγή δεν θα ξεσπάσει
μέσα από το χαμόγελο αστακού σου. Μην πεις ψέματα
ότι έχεις υπάρξει εδώ και αγαπήσει αυτό το χώμα.
Δεν ξέρω άλλες εικόνες: εσύ σ' έναν λόφο
σε έναν ωκεανό από ψηλά χορτάρια. Εσύ μέσα στην Αλάσκα
με πάγο σαν σοκολάτα γύρω από το στόμα σου.
Εσύ στη Μοντάνα κάτω από πρεσπαπιέ ουρανό, γη
επίπεδη όπως ένας παλμός.
Δεν θα πω ψέματα ότι δεν θέλω να κάνεις την ενδοχώρα μου σπίτι σου.
Φυτεύεις φιλιά εδώ
αλλά δεν τα ξεχορταριάζεις.
Το αρκουδίσιο στόμα σου
αφήνει σμέουρα στο σκισμένο δέρμα μου.
Το παίζεις
δύσκολος, Φίλε, κι αρχίζει να μου είναι δύσκολο
να μην βγω απ' τη φούστα μου και σηκώσω τους μηρούς μου σε αυτή την ξερή κοίτη
καμένων ποταμών. Ο λαιμός μου λαχανιάζει ξεδιπλώνοντας
πνεύμονες σ' έναν χάρτη του από πού έχεις περάσει.
Οπότε αν το να μεταναστεύεις είναι να αγαπάς δύο γυναίκες,
μέσα σε ποια από τις δυο μας ονειρεύεσαι;
Τι είναι μια άλλη γυναίκα για την άλλη γυναίκα
παρά ένα έξτρα ζευγάρι χέρια για να μαζευτεί η σοδειά
όμως δεν μπορώ να σε πάω σπίτι.
Δεν είμαι κογιότ
με αυτή την έννοια. Είμαι το κορίτσι που οδήγησες απαλά μέσα απ' τις καλαμιές
κάτω στις αποβάθρες φόρτωσης. Ξαπλώσαμε ανάσκελα
είδαμε τον Οκτώβριο να κόβεται κομμάτια από ελικόπτερο.
Εύχομαι να σε δω ελεύθερο από κάθε ανάγκη που ψιθυρίζω, να κοιτάξεις έξω πάνω από
την απεραντοσύνη και να τα συγχωρήσεις όλα.
Στον ύπνο χθες βράδυ, σε βοήθησα να τραβήξεις τρεις βάρκες στην ακτή μες στο λιμάνι σου.
Μία για σένα, μία για μένα, μία για εκείνη. Μία για το σπίτι. Μία για το σπίτι. Μία για το σπίτι
Δες τα καψίματα απ' το σκοινί, τον μόχθο
του να προσπαθείς να φέρεις αυτό που αγαπάς αρκετά κοντά
να δέσεις γερά και μετά να βγεις
ξανά πάνω στα κύματα
διαβεβαιώνοντας το στεριανό ζώο που εμφανίζεται σε όλα τα ποιήματά σου,
αυτή τη φορά το μουλάρι δεν πνίγεται.
Αυτή τη φορά δεν αγρυπνώ ώσπου να επιστρέψεις.
Αυτή τη φορά μπορείς να πας και να επιστρέψεις σε όλους.
Και στα χωράφια όπου ονειρευόμαστε δεν υπάρχουν βαρέλια πετρελαίου.
[μετάφραση Μαρία Θεοφιλάκου]
πηγή πρωτότυπου: Poetry International
WHEN I LOOK AT YOU WITHOUT SPEAKING I’M DRAWING A MAP
Love not as origin
but as exodus. A parting and then
another. Dust of your country
rolling off like sweat or my name from your tongue
in the time you loved me. That autumn
mosquitos ripened in the walls of your apartment
and made a border fence on my skin.
Here, our touch is trespass. Here, the way is shut.
I became the robber whom you fed windows
fed me frame after frame: your silhouette
sleeping, silhouette cutting mangoes
silhouette with other ghosts—
You never told me, twice you were deported
before you made it to Nogales, alone and only nine
years old, saguaro shadows
pantomime. The owls flex against the sky
tiger sifts its stripes of sun and absence
making it day then night. I erase
and picture you as I always do,
more windfall than friend, more brother to me than fig.
Home como ancla, no como cadenas, rather you as a worm, hooked
in a little fishing village by the sea
away from the desert calling
the iguanas Mother, though they could give you no suck.
I imagine you back in El Salvador,
gambling at a funeral, dice stirring up dirt.
The legs on a pair of ghost roses clipped and joined to your lapel.
You won’t die now but you’ll be disappointed you didn’t
on a mushroom trip in a car of friends,
one Muskogean morning, wheels and wheels
and not a scream will break
through your lobster grin. Don’t lie and say
you’ve been here and loved this soil.
I am unfamiliar with any other images: you on a hill
in an ocean of tall grasses. You inside Alaska
with ice like chocolate around your mouth.
You in Montana under paperweight sky, land
flat as a pulse.
I won’t lie to you and say I don’t want you to make my heartland your home.
You plant kisses here
but don’t weed them.
Your bear-mouth
leaves raspberries in my broken skin.
You’re playing
hard to get, Friend, and it’s getting hard on me
not to vacate my skirt and lift my thighs in this dry bed
of burned-up rivers. My neck is breathless unfurling
lungs into a map of where you’ve been.
So if immigrating is loving two women,
which one of us do you dream in?
What’s another woman to the other woman
except an extra pair of hands to bring in the harvest
but I can’t take you home.
I’m not a coyote
that way. I’m the girl you guided gently through the reeds
down to the loading docks. We lie on our backs
watched October get cut to pieces by helicopter.
I wish to see you free of any need I whisper, look out over the
vastness and forgive it all.
In sleep last night, I helped you pull three boats ashore into your port.
One for you, one for me, one for her. One for home. One for home. One for home
See the rope burns, the labor
of trying to bring what you love close enough
to tie down and then ride out
again onto the waves
assuring the land animal that appears in all your poems,
this time the mule doesn’t drown.
This time I don’t keep a vigil until you return.
This time you get to go and make it back to everyone.
And in the fields where we dream there aren’t oil drums.

Σχόλια