Yuki Tanaka | Χρονικό της περιπλάνησης (αποσπάσματα)



Ταξίδι στο Κιότο. Φοράω μάσκα και διαβάζω την "Χώρα του χιονιού" στο τρένο, νιώθοντας απολυμασμένος και χαρούμενος. Ο συναγερμός χτυπάει και το τρένο σταματάει στη μέση ενός ορυζώνα. Το κουδούνισμα των κλειδιών του διαμερίσματός μου στην τσέπη μοιάζει να λέει αυτό είναι το σπίτι μας, πού είναι η πόρτα. Ένας άντρας που κάθεται απέναντί ​​μου βγάζει μια μπανάνα από τον χαρτοφύλακά του και ξεφλουδίζει και τρώει και συνεχίζει να διαβάζει. Έξω, ένας αγρότης με φακίδες απ' τον ήλιο μάς ρίχνει μια ματιά, μετά συνεχίζει να προσέχει μια φωτιά όπου μάλλον καίει φύλλα για να κάνει γόνιμη τη γη. Ο άντρας απέναντί ​​μου μαγεύεται από τον αγρότη. Όταν σκουπίζει το παράθυρο με το δάχτυλό του, το χωράφι μπαίνει στο μέτωπό του, αφήνοντας μέσα του μια φλόγα. Εγώ παραμένω άδειος, ένα μπλε περίγραμμα.

* * * 


Μια αδέσποτη γάτα σε ένα σοκάκι στη Γιοτσούγια. Δεν είχα φαγητό αλλά έκανα ένα νόημα φαγητού προσκαλώντας τη γάτα αλλά δεν ήρθε. Ο κλειδαράς εκεί ήταν υπέροχος, μου έμαθε πώς να επισκευάσω το κλειδί του διαμερίσματός μου, που είχε λυγίσει όταν πλησίασε πολύ κοντά σε μια σόμπα κηροζίνης στον σιδηροδρομικό σταθμό. Το ξαναθέρμανε σε μια εστία, μέχρι που το κλειδί έλαμψε μπροστά μας, και χρησιμοποίησε πένσα για να το ξεστραβώσει, σαν να ισιώνεις μια λυγισμένη ουρά. Η γάτα στο κεφάλι μου έκλαιγε από τον πόνο, αλλά την χάιδεψα να ηρεμήσει. Γύρισα σπίτι με μια σακούλα φράουλες, μαρούλι, στρείδια, αλλά το κεφάλι μου ήταν γεμάτο άνυδρα πράγματα. Κάποιος περπατούσε έξω. Η φωνή ενός πωλητή γλυκοπατάτας με μια ντροπαλή τρομπέτα. Δεν μπορώ να φτιάξω μουσική, έτσι όπως δεν είμαι πιάνο. Αλλά ως παιδί, κλώτσησα άμμο στις φτέρες, κάνοντας τον ήχο της ψιλής βροχής.


μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή πρωτότυπου:
https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/poems/159627/from-chronicle-of-drifting



A trip to Kyoto. I wear a mask and read Snow Country on the train, feeling disinfected and happy. The alert is set off and the train stops in the middle of a rice field. The jingling of my apartment keys in my pocket seems to say this is our home, where is the door. A man sitting opposite me takes out a banana from his briefcase and peels and eats and keeps on reading. Outside, a sun-freckled farmer glances at us, then keeps watch over a bonfire where he must be burning leaves to fertilize the land. The man opposite me is mesmerized by the farmer. When he wipes the window with his finger, the field enters his forehead, leaving in him a flame. I stay empty, a blue outline.

* * *

A stray cat in an alley in Yotsuya. I had no food but I made a gesture of food inviting the cat but she didn’t come. The locksmith there was wonderful, taught me how to fix my apartment key, which had been bent when it got too close to a kerosene stove at the train station. He reheated it with a burner, until the key glowed in front of us, and he used pliers to unbend it, like setting a broken tail straight. The cat in my head cried in pain, but I patted her to be quiet. Went home with a bag of strawberries, lettuce, oysters, but my head was full of dry things. Someone walking outside. Voice of a sweet potato seller with a shy trumpet. I can’t make music, not being a piano. But as a child, I kicked sand into the ferns, making the sound of light rain.

Yuki Tanaka



Σχόλια