| Rock climbing, 2024 © Scott Offen | LensCulture |
Επιλογή των αποσπασμάτων της Δεύτερης φωνής από τις Τρεις Γυναίκες,
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Όταν την είδα για πρώτη φορά, τη μικρή κόκκινη διαρροή, δεν το πίστεψα.
Παρατηρούσα τους άντρες να περπατούν γύρω μου στο γραφείο. Ήταν τόσο επίπεδοι!
Υπήρχε κάτι πάνω τους σαν χαρτονένιο, και τώρα το είχα πιάσει,
Αυτή την επίπεδη, επίπεδη, επιπεδότητα από όπου ξεπηδούν ιδέες, καταστροφές,
Μπουλντόζες, γκιλοτίνες, λευκοί θάλαμοι ουρλιαχτών,
Αδιάκοπα προχωρούν - και οι ψυχροί άγγελοι, οι αφαιρέσεις.
Κάθισα στο γραφείο μου με τις κάλτσες μου, τα ψηλοτάκουνα μου,
Και ο άντρας για τον οποίο δουλεύω γέλασε: «Είδες τίποτα το φρικτό;
Είσαι κάτασπρη, ξαφνικά». Και δεν είπα τίποτα.
Είδα τον θάνατο στα γυμνά δέντρα, μια στέρηση.
Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είναι τόσο δύσκολο
Για το πνεύμα να συλλάβει ένα πρόσωπο, ένα στόμα;
Τα γράμματα προκύπτουν από αυτά τα μαύρα πλήκτρα, κι αυτά τα μαύρα πλήκτρα συνεχίζουν
Από τα αλφαβητικά μου δάχτυλα, βάζοντας σε τάξη μέρη,
Μέρη, κομμάτια, γρανάζια, τα λαμπερά πολλαπλάσια.
Πεθαίνω καθώς κάθομαι. Χάνω μια διάσταση.
Τρένα βρυχώνται στα αυτιά μου, αναχωρήσεις, αναχωρήσεις!
Οι ασημένιες τροχιές του χρόνου αδειάζουν μακριά στο βάθος,
Ο λευκός ουρανός αδειάζει από την υπόσχεσή του, σαν μια κούπα.
Αυτά είναι τα πόδια μου, αυτοί οι μηχανικοί αντίλαλοι.
Ταπ, ταπ, ταπ, ατσάλινα καρφιά. Βρέθηκα ελλιπής.
Αυτή είναι μια αρρώστια που κουβαλάω σπίτι, αυτός είναι ένας θάνατος.
Ξανά, αυτός είναι ένας θάνατος. Είναι ο αέρας,
Τα σωματίδια της καταστροφής που ρουφάω; Είμαι ένας παλμός
Που φθίνει και φθίνει, αντικρίζοντας τον ψυχρό άγγελο;
Είναι αυτός ο εραστής μου λοιπόν; Αυτός ο θάνατος, αυτός ο θάνατος;
Ως παιδί αγαπούσα ένα όνομα φαγωμένο από λειχήνες.
Είναι αυτή η μία αμαρτία τότε, αυτή η παλιά νεκρή αγάπη του θανάτου;
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Είναι ένας κόσμος από χιόνι τώρα. Δεν είμαι σπίτι.
Πόσο άσπρα είναι αυτά τα σεντόνια. Τα πρόσωπα δεν έχουν χαρακτηριστικά.
Είναι φαλακρά και άφταστα, σαν τα πρόσωπα των παιδιών μου,
Αυτών των μικρών άρρωστων που ξεφεύγουν απ' την αγκαλιά μου.
Άλλα παιδιά δεν με αγγίζουν: είναι απαίσια.
Παραέχουν χρώματα, παραέχουν ζωή. Δεν είναι ήσυχα,
Ήσυχα, σαν τη μικρή κενότητα που κουβαλάω.
Είχα τις ευκαιρίες μου. Προσπάθησα και προσπάθησα.
Έραψα ζωή μέσα μου σαν ένα σπάνιο όργανο,
Και περπάτησα προσεκτικά, με επισφάλεια, σαν κάτι σπάνιο.
Προσπάθησα να μην σκέφτομαι πολύ. Προσπάθησα να είμαι φυσική.
Προσπάθησα να είμαι τυφλή στον έρωτα, όπως άλλες γυναίκες,
Τυφλή στο κρεβάτι μου, με τον τυφλό γλυκό μου αγαπημένο,
Μην ψάχνοντας, μέσα από το πυκνό σκοτάδι, το πρόσωπο άλλου.
Δεν κοίταξα. Αλλά και πάλι το πρόσωπο ήταν εκεί,
Το πρόσωπο του αγέννητου που αγαπούσε τις τελειότητές του,
Το πρόσωπο του νεκρού που μπορούσε μόνο να είναι τέλειο
Ένα Ποίημα για Τρεις Φωνές.
Σκηνικό: Μαιευτήριο και γύρω από αυτό
Όταν την είδα για πρώτη φορά, τη μικρή κόκκινη διαρροή, δεν το πίστεψα.
Παρατηρούσα τους άντρες να περπατούν γύρω μου στο γραφείο. Ήταν τόσο επίπεδοι!
Υπήρχε κάτι πάνω τους σαν χαρτονένιο, και τώρα το είχα πιάσει,
Αυτή την επίπεδη, επίπεδη, επιπεδότητα από όπου ξεπηδούν ιδέες, καταστροφές,
Μπουλντόζες, γκιλοτίνες, λευκοί θάλαμοι ουρλιαχτών,
Αδιάκοπα προχωρούν - και οι ψυχροί άγγελοι, οι αφαιρέσεις.
Κάθισα στο γραφείο μου με τις κάλτσες μου, τα ψηλοτάκουνα μου,
Και ο άντρας για τον οποίο δουλεύω γέλασε: «Είδες τίποτα το φρικτό;
Είσαι κάτασπρη, ξαφνικά». Και δεν είπα τίποτα.
Είδα τον θάνατο στα γυμνά δέντρα, μια στέρηση.
Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είναι τόσο δύσκολο
Για το πνεύμα να συλλάβει ένα πρόσωπο, ένα στόμα;
Τα γράμματα προκύπτουν από αυτά τα μαύρα πλήκτρα, κι αυτά τα μαύρα πλήκτρα συνεχίζουν
Από τα αλφαβητικά μου δάχτυλα, βάζοντας σε τάξη μέρη,
Μέρη, κομμάτια, γρανάζια, τα λαμπερά πολλαπλάσια.
Πεθαίνω καθώς κάθομαι. Χάνω μια διάσταση.
Τρένα βρυχώνται στα αυτιά μου, αναχωρήσεις, αναχωρήσεις!
Οι ασημένιες τροχιές του χρόνου αδειάζουν μακριά στο βάθος,
Ο λευκός ουρανός αδειάζει από την υπόσχεσή του, σαν μια κούπα.
Αυτά είναι τα πόδια μου, αυτοί οι μηχανικοί αντίλαλοι.
Ταπ, ταπ, ταπ, ατσάλινα καρφιά. Βρέθηκα ελλιπής.
Αυτή είναι μια αρρώστια που κουβαλάω σπίτι, αυτός είναι ένας θάνατος.
Ξανά, αυτός είναι ένας θάνατος. Είναι ο αέρας,
Τα σωματίδια της καταστροφής που ρουφάω; Είμαι ένας παλμός
Που φθίνει και φθίνει, αντικρίζοντας τον ψυχρό άγγελο;
Είναι αυτός ο εραστής μου λοιπόν; Αυτός ο θάνατος, αυτός ο θάνατος;
Ως παιδί αγαπούσα ένα όνομα φαγωμένο από λειχήνες.
Είναι αυτή η μία αμαρτία τότε, αυτή η παλιά νεκρή αγάπη του θανάτου;
* * *
Είναι ένας κόσμος από χιόνι τώρα. Δεν είμαι σπίτι.
Πόσο άσπρα είναι αυτά τα σεντόνια. Τα πρόσωπα δεν έχουν χαρακτηριστικά.
Είναι φαλακρά και άφταστα, σαν τα πρόσωπα των παιδιών μου,
Αυτών των μικρών άρρωστων που ξεφεύγουν απ' την αγκαλιά μου.
Άλλα παιδιά δεν με αγγίζουν: είναι απαίσια.
Παραέχουν χρώματα, παραέχουν ζωή. Δεν είναι ήσυχα,
Ήσυχα, σαν τη μικρή κενότητα που κουβαλάω.
Είχα τις ευκαιρίες μου. Προσπάθησα και προσπάθησα.
Έραψα ζωή μέσα μου σαν ένα σπάνιο όργανο,
Και περπάτησα προσεκτικά, με επισφάλεια, σαν κάτι σπάνιο.
Προσπάθησα να μην σκέφτομαι πολύ. Προσπάθησα να είμαι φυσική.
Προσπάθησα να είμαι τυφλή στον έρωτα, όπως άλλες γυναίκες,
Τυφλή στο κρεβάτι μου, με τον τυφλό γλυκό μου αγαπημένο,
Μην ψάχνοντας, μέσα από το πυκνό σκοτάδι, το πρόσωπο άλλου.
Δεν κοίταξα. Αλλά και πάλι το πρόσωπο ήταν εκεί,
Το πρόσωπο του αγέννητου που αγαπούσε τις τελειότητές του,
Το πρόσωπο του νεκρού που μπορούσε μόνο να είναι τέλειο
Στην εύκολη γαλήνη του, μπορούσε μόνο να κρατηθεί άγιο έτσι.
Κι έπειτα υπήρχαν κι άλλα πρόσωπα. Τα πρόσωπα των εθνών,
Των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων, των κοινωνιών,
Τα απρόσωπα πρόσωπα σημαντικών ανδρών.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι που με πειράζουν:
Ζηλεύουν τόσο πολύ ό,τι δεν είναι επίπεδο! Είναι ζηλιάρηδες θεοί
Που θα έκαναν ολόκληρο τον κόσμο επίπεδο επειδή αυτοί είναι έτσι.
Βλέπω τον Πατέρα να συνομιλεί με τον Υιό.
Τέτοια επιπεδότητα δεν μπορεί παρά να είναι άγια.
«Ας φτιάξουμε έναν παράδεισο», λένε.
«Ας ισοπεδώσουμε και ας ξεπλύνουμε την χοντροκοπιά απ' αυτές τις ψυχές.»
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Είμαι κατηγορούμενη. Ονειρεύομαι σφαγές.
Είμαι ένας κήπος με μαύρες και κόκκινες αγωνίες. Τις πίνω,
Μισώντας τον εαυτό μου, μισώντας και τρομάζοντας. Και τώρα ο κόσμος συλλαμβάνει
Το τέλος του και τρέχει προς αυτό, με τα χέρια απλωμένα με αγάπη.
Είναι μια αγάπη για τον θάνατο που αρρωσταίνει τα πάντα.
Ένας νεκρός ήλιος λεκιάζει το χαρτί εφημερίδας. Είναι κόκκινο.
Χάνω τη μία ζωή μετά την άλλη. Η σκοτεινή γη τις πίνει.
Είναι ο βρικόλακας όλων μας. Έτσι μας συντηρεί,
Μας παχαίνει, είναι ευγενική. Το στόμα της είναι κόκκινο.
Την ξέρω. Την ξέρω προσωπικά -
Παλιό χειμωνιάτικο πρόσωπο, παλιά στείρα, παλιά ωρολογιακή βόμβα.
Οι άντρες την χρησιμοποίησαν άσχημα. Θα τους φάει.
Θα τους φάει, φάει, φάει στο τέλος.
Ο ήλιος δύει. Πεθαίνω. Δημιουργώ έναν θάνατο.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Δεν είμαι άσχημη. Είμαι μέχρι και όμορφη.
Ο καθρέφτης επιστρέφει μια γυναίκα χωρίς παραμόρφωση.
Οι νοσοκόμες επιστρέφουν τα ρούχα μου, και μια ταυτότητα.
Είναι συνηθισμένο, λένε, να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Είναι συνηθισμένο στη ζωή μου, και στις ζωές των άλλων.
Είμαι μία στις πέντε, κάπως έτσι. Δεν είμαι τελειωμένη.
Είμαι όμορφη σαν μια στατιστική. Ορίστε το κραγιόν μου.
Ζωγραφίζω το παλιό στόμα.
Το κόκκινο στόμα που φύλαξα στην άκρη με την ταυτότητά μου
Πριν μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Ήταν Παρασκευή.
Δεν χρειάζομαι καν άδεια. Μπορώ να πάω στη δουλειά σήμερα.
Μπορώ να αγαπήσω τον άνδρα μου, που θα καταλάβει.
Που θα με αγαπήσει μέσα από τη θολούρα της παραμόρφωσης μου
Σαν να είχα χάσει ένα μάτι, ένα πόδι, μια γλώσσα.
Και έτσι στέκομαι, λίγο τυφλή. Έτσι απομακρύνομαι
Με ρόδες, αντί για πόδια, κι αυτές κάνουν τη δουλειά εξίσου.
Και μαθαίνω να μιλάω με δάχτυλα, όχι με γλώσσα.
Το σώμα είναι πολυμήχανο.
Το σώμα ενός αστερία μπορεί να ξαναφυτρώσει τα χέρια του
Και οι τρίτωνες είναι άσωτοι στα πόδια. Και είθε να είμαι
Το ίδιο άσωτη σε ό,τι με στερείται.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Είμαι ο εαυτός μου πάλι. Δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.
Είμαι πανί με πανί σαν κερί, δεν έχω προσκολλήσεις.
Είμαι επίπεδη και παρθενική, που σημαίνει ότι τίποτα δεν συνέβη,
Τίποτα που να μην μπορεί να σβηστεί, να σκιστεί και να πεταχτεί, να ξαναρχίσει.
Αυτά τα μικρά μαύρα κλαδάκια δεν σκέφτονται να ανθίσουν,
Ούτε αυτά τα ξερά, ξερά αυλάκια ονειρεύονται βροχή.
Αυτή η γυναίκα που με συναντά στα παράθυρα - είναι σε τάξη.
Τόσο σε τάξη που είναι διαφανής, σαν πνεύμα.
Πόσο ντροπαλά υπερθέτει τον τακτικό εαυτό της
Πάνω στην κόλαση των αφρικανικών πορτοκαλιών, στα γουρούνια που κρέμονται απ' τις φτέρνες.
Συμμορφώνεται στην πραγματικότητα.
Είμαι εγώ. Είμαι εγώ -
Γεύομαι την πίκρα ανάμεσα στα δόντια μου.
Την ανυπολόγιστη κακία της καθημερινότητας.
SECOND VOICE:
When I first saw it, the small red seep, I did not believe it.
I watched the men walk about me in the office. They were so flat!
There was something about them like cardboard, and now I had caught it,
That flat, flat, flatness from which ideas, destructions,
Bulldozers, guillotines, white chambers of shrieks proceed,
Endlessly proceed--and the cold angels, the abstractions.
I sat at my desk in my stockings, my high heels,
And the man I work for laughed: 'Have you seen something awful?
You are so white, suddenly.' And I said nothing.
I saw death in the bare trees, a deprivation.
I could not believe it. Is it so difficult
For the spirit to conceive a face, a mouth?
The letters proceed from these black keys, and these black keys proceed
From my alphabetical fingers, ordering parts,
Parts, bits, cogs, the shining multiples.
I am dying as I sit. I lose a dimension.
Trains roar in my ears, departures, departures!
The silver track of time empties into the distance,
The white sky empties of its promise, like a cup.
These are my feet, these mechanical echoes.
Tap, tap, tap, steel pegs. I am found wanting.
This is a disease I carry home, this is a death.
Again, this is a death. Is it the air,
The particles of destruction I suck up? Am I a pulse
That wanes and wanes, facing the cold angel?
Is this my lover then? This death, this death?
As a child I loved a lichen-bitten name.
Is this the one sin then, this old dead love of death?
* * *
SECOND VOICE:
It is a world of snow now. I am not at home.
How white these sheets are. The faces have no features.
They are bald and impossible, like the faces of my children,
Those little sick ones that elude my arms.
Other children do not touch me: they are terrible.
They have too many colors, too much life. They are not quiet,
Quiet, like the little emptinesses I carry.
I have had my chances. I have tried and tried.
I have stitched life into me like a rare organ,
And walked carefully, precariously, like something rare.
I have tried not to think too hard. I have tried to be natural.
I have tried to be blind in love, like other women,
Blind in my bed, with my dear blind sweet one,
Not looking, through the thick dark, for the face of another.
I did not look. But still the face was there,
The face of the unborn one that loved its perfections,
The face of the dead one that could only be perfect
In its easy peace, could only keep holy so.
And then there were other faces. The faces of nations,
Governments, parliaments, societies,
The faceless faces of important men.
It is these men I mind:
They are so jealous of anything that is not flat! They are jealous gods
That would have the whole world flat because they are.
I see the Father conversing with the Son.
Such flatness cannot but be holy.
'Let us make a heaven,' they say.
'Let us flatten and launder the grossness from these souls.'
* * *
SECOND VOICE:
I am accused. I dream of massacres.
I am a garden of black and red agonies. I drink them,
Hating myself, hating and fearing. And now the world conceives
Its end and runs toward it, arms held out in love.
It is a love of death that sickens everything.
A dead sun stains the newsprint. It is red.
I lose life after life. The dark earth drinks them.
She is the vampire of us all. So she supports us,
Fattens us, is kind. Her mouth is red.
I know her. I know her intimately--
Old winter-face, old barren one, old time bomb.
Men have used her meanly. She will eat them.
Eat them, eat them, eat them in the end.
The sun is down. I die. I make a death.
* * *
SECOND VOICE:
There is the moon in the high window. It is over.
How winter fills my soul! And that chalk light
Laying its scales on the windows, the windows of empty offices,
Empty schoolrooms, empty churches. O so much emptiness!
There is this cessation. This terrible cessation of everything.
These bodies mounded around me now, these polar sleepers--
What blue, moony ray ices their dreams?
I feel it enter me, cold, alien, like an instrument.
And that mad, hard face at the end of it, that O-mouth
Open in its gape of perpetual grieving.
It is she that drags the blood-black sea around
Month after month, with its voices of failure.
I am helpless as the sea at the end of her string.
I am restless. Restless and useless. I, too, create corpses.
I shall move north. I shall move into a long blackness.
I see myself as a shadow, neither man nor woman,
Neither a woman, happy to be like a man, nor a man
Blunt and flat enough to feel no lack. I feel a lack.
I hold my fingers up, ten white pickets.
See, the darkness is leaking from the cracks.
I cannot contain it. I cannot contain my life.
I shall be a heroine of the peripheral.
I shall not be accused by isolate buttons,
Holes in the heels of socks, the white mute faces
Of unanswered letters, coffined in a letter case.
I shall not be accused, I shall not be accused.
The clock shall not find me wanting, nor these stars
That rivet in place abyss after abyss.
* * *
SECOND VOICE:
I am not ugly. I am even beautiful.
The mirror gives back a woman without deformity.
The nurses give back my clothes, and an identity.
It is usual, they say, for such a thing to happen.
It is usual in my life, and the lives of others.
I am one in five, something like that. I am not hopeless.
I am beautiful as a statistic. Here is my lipstick.
I draw on the old mouth.
The red mouth I put by with my identity
A day ago, two days, three days ago. It was a Friday.
I do not even need a holiday; I can go to work today.
I can love my husband, who will understand.
Who will love me through the blur of my deformity
As if I had lost an eye, a leg, a tongue.
And so I stand, a little sightless. So I walk
Away on wheels, instead of legs, they serve as well.
And learn to speak with fingers, not a tongue.
The body is resourceful.
The body of a starfish can grow back its arms
And newts are prodigal in legs. And may I be
As prodigal in what lacks me.
* * *
I am myself again. There are no loose ends.
I am bled white as wax, I have no attachments.
I am flat and virginal, which means nothing has happened,
Nothing that cannot be erased, ripped up and scrapped, begun again.
There little black twigs do not think to bud,
Nor do these dry, dry gutters dream of rain.
This woman who meets me in windows--she is neat.
So neat she is transparent, like a spirit.
how shyly she superimposes her neat self
On the inferno of African oranges, the heel-hung pigs.
She is deferring to reality.
It is I. It is I--
Tasting the bitterness between my teeth.
The incalculable malice of the everyday.

Sylvia Plath
1932-1963
Των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων, των κοινωνιών,
Τα απρόσωπα πρόσωπα σημαντικών ανδρών.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι που με πειράζουν:
Ζηλεύουν τόσο πολύ ό,τι δεν είναι επίπεδο! Είναι ζηλιάρηδες θεοί
Που θα έκαναν ολόκληρο τον κόσμο επίπεδο επειδή αυτοί είναι έτσι.
Βλέπω τον Πατέρα να συνομιλεί με τον Υιό.
Τέτοια επιπεδότητα δεν μπορεί παρά να είναι άγια.
«Ας φτιάξουμε έναν παράδεισο», λένε.
«Ας ισοπεδώσουμε και ας ξεπλύνουμε την χοντροκοπιά απ' αυτές τις ψυχές.»
* * *
Είμαι κατηγορούμενη. Ονειρεύομαι σφαγές.
Είμαι ένας κήπος με μαύρες και κόκκινες αγωνίες. Τις πίνω,
Μισώντας τον εαυτό μου, μισώντας και τρομάζοντας. Και τώρα ο κόσμος συλλαμβάνει
Το τέλος του και τρέχει προς αυτό, με τα χέρια απλωμένα με αγάπη.
Είναι μια αγάπη για τον θάνατο που αρρωσταίνει τα πάντα.
Ένας νεκρός ήλιος λεκιάζει το χαρτί εφημερίδας. Είναι κόκκινο.
Χάνω τη μία ζωή μετά την άλλη. Η σκοτεινή γη τις πίνει.
Είναι ο βρικόλακας όλων μας. Έτσι μας συντηρεί,
Μας παχαίνει, είναι ευγενική. Το στόμα της είναι κόκκινο.
Την ξέρω. Την ξέρω προσωπικά -
Παλιό χειμωνιάτικο πρόσωπο, παλιά στείρα, παλιά ωρολογιακή βόμβα.
Οι άντρες την χρησιμοποίησαν άσχημα. Θα τους φάει.
Θα τους φάει, φάει, φάει στο τέλος.
Ο ήλιος δύει. Πεθαίνω. Δημιουργώ έναν θάνατο.
* * *
ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ:
Να το φεγγάρι στο ψηλό παράθυρο. Τελείωσε.
Πώς ο χειμώνας γεμίζει την ψυχή μου! Και αυτό το φως κιμωλίας
Που απλώνει τα τρίμματα του στα παράθυρα, τα παράθυρα των άδειων γραφείων,
Των άδειων σχολικών αιθουσών, των άδειων εκκλησιών. Ω, τόσο πολλή κενότητα!
Υπάρχει αυτή η παύση. Αυτή η τρομερή παύση των πάντων.
Αυτά τα σώματα μαζεμένα γύρω μου τώρα, αυτοί οι πολικοί κοιμισμένοι--
Ποια μπλε, σεληνιακή ακτίνα παγώνει τα όνειρά τους;
Τη νιώθω να μπαίνει μέσα μου, ψυχρή, ξένη, σαν εργαλείο.
Και αυτό το τρελό, σκληρό πρόσωπο στην άκρη του, αυτό το Ο-στόμα
Ανοιχτό στο χάσμα του αέναου πένθους.
Είναι αυτή που σέρνει την αιματόμαυρη θάλασσα τριγύρω
Μήνα με τον μήνα, με τις φωνές της, της αποτυχίας.
Είμαι αβοήθητη όπως η θάλασσα στην άκρη του σχοινιού της.
Είμαι ανήσυχη. Ανήσυχη και άχρηστη. Κι εγώ, επίσης, δημιουργώ πτώματα.
Θα μετακομίσω βόρεια. Θα μετακομίσω σ' ένα μακρύ σκοτάδι.
Βλέπω τον εαυτό μου σαν σκιά, ούτε άντρας ούτε γυναίκα,
Ούτε γυναίκα, χαρούμενη που είναι σαν άντρας, ούτε άντρας
Αρκετά ωμός κι επίπεδος για να μην νιώθει έλλειψη. Νιώθω μια έλλειψη.
Σηκώνω τα δάχτυλά μου ψηλά, δέκα άσπρους πασσάλους.
Δείτε, το σκοτάδι διαρρέει απ' τις ρωγμές.
Δεν μπορώ να το συγκρατήσω. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τη ζωή μου.
Θα είμαι μια ηρωίδα του περιφερειακού.
Δεν θα κατηγορηθώ από μεμονωμένα κουμπιά,
Τρύπες στις φτέρνες των καλτσών, τα άσπρα βουβά πρόσωπα
Των αναπάντητων γραμμάτων, φερετρωμένων σε θήκη επιστολών.
Δεν θα κατηγορηθώ, δεν θα κατηγορηθώ.
Το ρολόι δεν θα με βρει ελλιπή, ούτε αυτά τα αστέρια
Που καρφώνουν στη θέση της τη μια άβυσσο μετά την άλλη.
* * *
Δεν είμαι άσχημη. Είμαι μέχρι και όμορφη.
Ο καθρέφτης επιστρέφει μια γυναίκα χωρίς παραμόρφωση.
Οι νοσοκόμες επιστρέφουν τα ρούχα μου, και μια ταυτότητα.
Είναι συνηθισμένο, λένε, να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Είναι συνηθισμένο στη ζωή μου, και στις ζωές των άλλων.
Είμαι μία στις πέντε, κάπως έτσι. Δεν είμαι τελειωμένη.
Είμαι όμορφη σαν μια στατιστική. Ορίστε το κραγιόν μου.
Ζωγραφίζω το παλιό στόμα.
Το κόκκινο στόμα που φύλαξα στην άκρη με την ταυτότητά μου
Πριν μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Ήταν Παρασκευή.
Δεν χρειάζομαι καν άδεια. Μπορώ να πάω στη δουλειά σήμερα.
Μπορώ να αγαπήσω τον άνδρα μου, που θα καταλάβει.
Που θα με αγαπήσει μέσα από τη θολούρα της παραμόρφωσης μου
Σαν να είχα χάσει ένα μάτι, ένα πόδι, μια γλώσσα.
Και έτσι στέκομαι, λίγο τυφλή. Έτσι απομακρύνομαι
Με ρόδες, αντί για πόδια, κι αυτές κάνουν τη δουλειά εξίσου.
Και μαθαίνω να μιλάω με δάχτυλα, όχι με γλώσσα.
Το σώμα είναι πολυμήχανο.
Το σώμα ενός αστερία μπορεί να ξαναφυτρώσει τα χέρια του
Και οι τρίτωνες είναι άσωτοι στα πόδια. Και είθε να είμαι
Το ίδιο άσωτη σε ό,τι με στερείται.
* * *
Είμαι πανί με πανί σαν κερί, δεν έχω προσκολλήσεις.
Είμαι επίπεδη και παρθενική, που σημαίνει ότι τίποτα δεν συνέβη,
Τίποτα που να μην μπορεί να σβηστεί, να σκιστεί και να πεταχτεί, να ξαναρχίσει.
Αυτά τα μικρά μαύρα κλαδάκια δεν σκέφτονται να ανθίσουν,
Ούτε αυτά τα ξερά, ξερά αυλάκια ονειρεύονται βροχή.
Αυτή η γυναίκα που με συναντά στα παράθυρα - είναι σε τάξη.
Τόσο σε τάξη που είναι διαφανής, σαν πνεύμα.
Πόσο ντροπαλά υπερθέτει τον τακτικό εαυτό της
Πάνω στην κόλαση των αφρικανικών πορτοκαλιών, στα γουρούνια που κρέμονται απ' τις φτέρνες.
Συμμορφώνεται στην πραγματικότητα.
Είμαι εγώ. Είμαι εγώ -
Γεύομαι την πίκρα ανάμεσα στα δόντια μου.
Την ανυπολόγιστη κακία της καθημερινότητας.
μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή πρωτότυπου: https://hellopoetry.com/poems/719/three-women
When I first saw it, the small red seep, I did not believe it.
I watched the men walk about me in the office. They were so flat!
There was something about them like cardboard, and now I had caught it,
That flat, flat, flatness from which ideas, destructions,
Bulldozers, guillotines, white chambers of shrieks proceed,
Endlessly proceed--and the cold angels, the abstractions.
I sat at my desk in my stockings, my high heels,
And the man I work for laughed: 'Have you seen something awful?
You are so white, suddenly.' And I said nothing.
I saw death in the bare trees, a deprivation.
I could not believe it. Is it so difficult
For the spirit to conceive a face, a mouth?
The letters proceed from these black keys, and these black keys proceed
From my alphabetical fingers, ordering parts,
Parts, bits, cogs, the shining multiples.
I am dying as I sit. I lose a dimension.
Trains roar in my ears, departures, departures!
The silver track of time empties into the distance,
The white sky empties of its promise, like a cup.
These are my feet, these mechanical echoes.
Tap, tap, tap, steel pegs. I am found wanting.
This is a disease I carry home, this is a death.
Again, this is a death. Is it the air,
The particles of destruction I suck up? Am I a pulse
That wanes and wanes, facing the cold angel?
Is this my lover then? This death, this death?
As a child I loved a lichen-bitten name.
Is this the one sin then, this old dead love of death?
* * *
SECOND VOICE:
It is a world of snow now. I am not at home.
How white these sheets are. The faces have no features.
They are bald and impossible, like the faces of my children,
Those little sick ones that elude my arms.
Other children do not touch me: they are terrible.
They have too many colors, too much life. They are not quiet,
Quiet, like the little emptinesses I carry.
I have had my chances. I have tried and tried.
I have stitched life into me like a rare organ,
And walked carefully, precariously, like something rare.
I have tried not to think too hard. I have tried to be natural.
I have tried to be blind in love, like other women,
Blind in my bed, with my dear blind sweet one,
Not looking, through the thick dark, for the face of another.
I did not look. But still the face was there,
The face of the unborn one that loved its perfections,
The face of the dead one that could only be perfect
In its easy peace, could only keep holy so.
And then there were other faces. The faces of nations,
Governments, parliaments, societies,
The faceless faces of important men.
It is these men I mind:
They are so jealous of anything that is not flat! They are jealous gods
That would have the whole world flat because they are.
I see the Father conversing with the Son.
Such flatness cannot but be holy.
'Let us make a heaven,' they say.
'Let us flatten and launder the grossness from these souls.'
* * *
SECOND VOICE:
I am accused. I dream of massacres.
I am a garden of black and red agonies. I drink them,
Hating myself, hating and fearing. And now the world conceives
Its end and runs toward it, arms held out in love.
It is a love of death that sickens everything.
A dead sun stains the newsprint. It is red.
I lose life after life. The dark earth drinks them.
She is the vampire of us all. So she supports us,
Fattens us, is kind. Her mouth is red.
I know her. I know her intimately--
Old winter-face, old barren one, old time bomb.
Men have used her meanly. She will eat them.
Eat them, eat them, eat them in the end.
The sun is down. I die. I make a death.
* * *
SECOND VOICE:
There is the moon in the high window. It is over.
How winter fills my soul! And that chalk light
Laying its scales on the windows, the windows of empty offices,
Empty schoolrooms, empty churches. O so much emptiness!
There is this cessation. This terrible cessation of everything.
These bodies mounded around me now, these polar sleepers--
What blue, moony ray ices their dreams?
I feel it enter me, cold, alien, like an instrument.
And that mad, hard face at the end of it, that O-mouth
Open in its gape of perpetual grieving.
It is she that drags the blood-black sea around
Month after month, with its voices of failure.
I am helpless as the sea at the end of her string.
I am restless. Restless and useless. I, too, create corpses.
I shall move north. I shall move into a long blackness.
I see myself as a shadow, neither man nor woman,
Neither a woman, happy to be like a man, nor a man
Blunt and flat enough to feel no lack. I feel a lack.
I hold my fingers up, ten white pickets.
See, the darkness is leaking from the cracks.
I cannot contain it. I cannot contain my life.
I shall be a heroine of the peripheral.
I shall not be accused by isolate buttons,
Holes in the heels of socks, the white mute faces
Of unanswered letters, coffined in a letter case.
I shall not be accused, I shall not be accused.
The clock shall not find me wanting, nor these stars
That rivet in place abyss after abyss.
* * *
SECOND VOICE:
I am not ugly. I am even beautiful.
The mirror gives back a woman without deformity.
The nurses give back my clothes, and an identity.
It is usual, they say, for such a thing to happen.
It is usual in my life, and the lives of others.
I am one in five, something like that. I am not hopeless.
I am beautiful as a statistic. Here is my lipstick.
I draw on the old mouth.
The red mouth I put by with my identity
A day ago, two days, three days ago. It was a Friday.
I do not even need a holiday; I can go to work today.
I can love my husband, who will understand.
Who will love me through the blur of my deformity
As if I had lost an eye, a leg, a tongue.
And so I stand, a little sightless. So I walk
Away on wheels, instead of legs, they serve as well.
And learn to speak with fingers, not a tongue.
The body is resourceful.
The body of a starfish can grow back its arms
And newts are prodigal in legs. And may I be
As prodigal in what lacks me.
* * *
SECOND VOICE:
I am bled white as wax, I have no attachments.
I am flat and virginal, which means nothing has happened,
Nothing that cannot be erased, ripped up and scrapped, begun again.
There little black twigs do not think to bud,
Nor do these dry, dry gutters dream of rain.
This woman who meets me in windows--she is neat.
So neat she is transparent, like a spirit.
how shyly she superimposes her neat self
On the inferno of African oranges, the heel-hung pigs.
She is deferring to reality.
It is I. It is I--
Tasting the bitterness between my teeth.
The incalculable malice of the everyday.

Sylvia Plath
1932-1963
Σχόλια