Nasser Rabah | Ποιήματα από τη Γάζα

Γάζα, δεκαετία του 1960 | photo link



Άτιτλο

Ένα ταξίδι τρέχει κι ένα ρολόι σταματά.
Ένα ποτάμι μαζεύει τα υπάρχοντά του στην τρυπημένη τσέπη μου.
Η νύχτα ροκανίζει τις μέρες μου, αποχωρεί, κι ένα ρολόι σταματά.
Οι πόλεις εισπνέουν μπαρούτι και κούραση, ονειρεύονται πουλιά.
Καμία σημαία δεν κυματίζει για μένα,
Κανένα πουλί δεν κατεβαίνει στο παράθυρο.
Είμαι ένα ρολόι στον τοίχο.


μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή: Arrowsmith PressVolume XXV




Το βράδυ των άλλων

Αναμφίβολα περνάς κατά καιρούς
ως σπουργίτι ή κοράκι, πλανιέσαι πάνω από τον φράχτη του κήπου,
με τον φόβο ότι θα δούμε εσένα και την ξέθωρη μνήμη σου.
Ξέρω ότι επιστρέφεις στον καθρέφτη για να δεις πώς έχουμε αλλάξει.
Ερευνάς το ίδιο σου το πρόσωπο, αδιαφορώντας πλέον για το πέρασμα του χρόνου.
Τα σπίτια που κοιτάς πια δεν σε βλέπουν.
Οι δρόμοι έχουν ονόματα που δεν φαντάστηκες ποτέ,
και οι περαστικοί δεν σε αναγνωρίζουν πια.
Τα δέντρα που πότιζες με τη λαχτάρα σου κάθε πρωί
έχουν γίνει τηλεφωνικοί στύλοι.
Το πρωί σου είναι το πρωί των άλλων.
Το βράδυ σου είναι το βράδυ των άλλων,
και συχνά στήνουμε παγίδες για τα πουλιά.


μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή: Arrowsmith PressVolume XXV




Άτιτλο

Στον πόλεμο, η αποκαρδίωση κατατρώει τα σπίτια.
Συνομιλούνε μόνα τους,
περπατούν στη θάλασσα, μόνα, κουρασμένα απ' όλα αυτά.
Επιστρέφουν, θάβουν τα κεφάλια τους
στη φασαρία της πόλης.
Στον πόλεμο, οι βόμβες πληγώνουν τα σπίτια,
κι αυτά σαν τους ανθρώπους, πεθαίνουν από γάγγραινα.


μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή: Arrowsmith PressVolume XXV




Άτιτλο

1.

Ένα κυπαρίσσι ονειρεύτηκε
ότι το φλέρταραν τα σύννεφα.
Το κυπαρίσσι τα λαχταρούσε
και τέντωσε ένα κλαδί.
Τα σύννεφα όμως που διέσχιζαν τον ουρανό
ήταν ερωτευμένα με τη ροή,
που μοιράζονταν με τη γη.

2.

Ονειρεύτηκα ότι ήσουν ένα τριαντάφυλλο στο χέρι μου,
και το πρωί, περίμενα και περίμενα.
Κανείς δεν μου χτύπησε την πόρτα,
ούτε ήχησε το τηλέφωνο.
Μόνο το βράδυ ήρθε να κλείσει το παράθυρο,
καταβεβλημένο, ικανοποιημένο μ' ένα ποίημα.

3.

Μέχρι να ακουστεί το χτύπημα στην πόρτα, είχα πεθάνει.
Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η φωτογραφία μου στο κάδρο.
Εγώ είμαι, είπα. Γύρισα να σκουπίσω τη σκόνη από πάνω σου.


μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή: Arrowsmith PressVolume XXV




Πεζή ποίηση

Ένα σμήνος από λεξιλόγιο σπρώχνει το παράθυρό μου, σφυροκοπάει την πόρτα μου. Κρύβομαι κάτω από ένα προσκέφαλο κενότητας, αδειοσύνης.

Θέλω να είμαι αθώος για κάθε στίχο που έγραψα ποτέ, θέλω να κλάψω πάνω σε κάθε χέρι που πέρασε ποτέ πάνω από το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Ένα σμήνος από λεξιλόγιο σπρώχνει το παράθυρό μου, σφυροκοπάει την καρδιά μου.

Φεγγοβόλα μουσική ρέει από το ρολόι, την κουρασμένη ζωγραφιά, τα ποτήρια που πίνουμε, ρέει από τα μηδαμινά χέρια μας που πιάστηκαν σε ξαφνική αγκαλιά, ρέει από το ταβάνι του δωματίου σαν γαλάζια βροχή, μουσκεύοντάς μας με ατέλευτα τραγούδια, μια αγάπη που όλοι μιλούν γι' αυτήν, αλλά κανείς δεν έχει δει.

Σου μοιάζει λοιπόν η αγάπη, Θεέ;

Κάθε βράδυ η γαζέλα της ζωγραφιάς κατεβαίνει, κάνει μια στάση να βοσκήσει στο λιβάδι των ονείρων μου, πίνει δάκρυα από τις παλάμες των χεριών μου και μεταφέρει τον αναστεναγμό μου σ' ένα μακρινό σπίτι στους λόφους πέρα. Δεν είναι παράξενη, αυτή η αναστάτωση, και κοιμάμαι μέσα από τ' όνειρό μου σαν αρωματικό βότανο στην άκρη ενός κήπου, σαν κούραση στο μέσο της νυκτός, ούτε είναι παράξενο που η γαζέλα περνάει ξυστά από δίπλα μου όταν επικαλούμαι τ' όνομά της — ξέπνοα απ' το πολύ τραγούδι, όλο με θράσος.

Ω λαχτάρα: μην κοντοστέκεις ντροπαλά στην πόρτα. Ποτέ δεν έλειψες, ποτέ δεν ήσουν φευγαλέα επισκέπτρια. Ω που απλώνεσαι σαν την κληματαριά, τρως τον αέρα κάθε φορά που αναπνέουμε, πίνεις τη ξεχασμένη πάχνη, τις ιστορίες και τις λέξεις που μένουν πίσω όταν το απόγευμα χαθεί, εδώ ω λαχτάρα, εδώ θα σε καθίσω, ξεφυλλίζοντας το τετράδιο με τα γενεαλογικά δέντρα, εικόνες πουλιών, κι εσύ εδώ, ω λαχτάρα, ξεθάβεις τη σιωπή μου.

Ξέρω ότι όταν φεύγω από το σπίτι τα πράγματα επιστρέφουν στη φυσική τους κατάσταση: ένα ερείπιο ερωτήσεων σκαρφαλώνει στους τοίχους, μια βιβλιοθήκη κολυμπάει στο τραπέζι.

Σου διέφυγαν όλοι τους -
οι ωραίοι, οι άσχημοι, οι αθώοι, οι κακοί, τα στρώματα, τραγούδια, ποτάμια, ευχές, οι νεκροί που πέρασαν σαν το νερό μέσα απ' το ψάθινο καλάθι.

Το νερό ήταν νερό, το καλάθι έλαμψε.


μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή: Arrowsmith PressVolume XXV





Untitled

A journey runs and a clock stops.
A river gathers up its belongings in my punctured pocket.
Night gnaws at my days, takes its leave, and a clock stops.
Cities inhale gunpowder and fatigue, dreaming of birds.
No flag flutters for me,
No bird alights upon the window.
I am a clock on the wall.




The Evening of Others

Undoubtedly you pass by from time to time
As a sparrow or a crow, you hover over the garden fence,
Afraid we will see you and your fading memory.
I know you revisit the mirror to see how we have changed.
You survey your own face, no longer caring about time passed.
The houses you behold no longer see you.
Streets have names you never knew,
And passersby no longer recognize you.
The trees you watered with your yearning every morning
Have become telephone poles.
Your morning is the morning of others.
Your evening is the evening of others,
And we frequently set traps for birds.




Untitled

In war, dejection devours the houses.
They converse with themselves,
walk to the sea, alone, weary of it all.
They return, they bury their heads
In the hustle of the city.
In war, bombs wound the houses,
and like people, they die of gangrene.




Untitled

1.

A cypress dreamed
that clouds were flirting with it.
The cypress longed for them
and extended a branch.
But the clouds crossing the sky
were in love with the stream,
shared by the earth.

2.

I dreamed you were a rose in my hand,
and in the morning, I waited and waited.
No one knocked at my door,
nor did the phone ring.
Only the evening came to shut the window,
downcast, content with a poem.

3.

By the time the knock at the door came, I was dead.
Who’s there? asked my photo in the frame.
It is me, I said. I came back to wipe the dust off you.




Prose Poetry

A flock of vocabulary jostles at my window, hammers at my door. I hide under a pillow of vacuity, of emptiness.

I want to be innocent of every line I ever wrote, I want to cry on every hand that ever hovered over the cover of a book. A flock of vocabulary jostles at my window, hammers at my heart.

Luminescent music flows from the clock, the tired painting, the drinking glasses, flows from our trifling hands caught in a sudden embrace, flows from the ceiling of the room like blue rain, drenching us with unending songs, a love that everyone talks of, but no one has seen.

So does love resemble you, oh God?

Every night the gazelle in the painting descends, pauses to graze in the meadow of my dreams, drinks tears from the palms of my hands and carries my sigh to a faraway house in the hills beyond. It is not strange, this disconcertion, and I sleep through my dream like a fragrant herb on the edge of a garden, like fatigue in the dead of night, nor is it strange that the gazelle brushes past me when I invoke her name — breathless from singing, giddy with audacity.

Oh longing: do not linger shyly on the doorstep. You were never absent, never a fleeting visitor. Oh one who stretches out like a grape trellis, you eat the air whenever we breathe, you drink the forgotten dew, the stories and words left behind after evening has slipped away, here oh longing, here I sit you down, flipping through the notebook of family trees, pictures of birds, and you here, oh longing, excavate my silence.

I know that when I leave the house things return to their natural state: a debris of questions crawls up the walls, a library swims across the table.

They passed you by, all of them —
the handsome ones, the ugly ones, the innocent, the evil, the mattresses, songs, rivers, wishes, the dead passing like water through a basket of straw.

The water was water, the basket shimmered.










Nasser Rabah
γεν. 1963

Ο Nasser Rabah γεννήθηκε στη Γάζα το 1963 όπου και (θέλει να) ζει. Όπως σχεδόν όλοι στη Γάζα κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης που ξεκίνησε στις 8 Οκτωβρίου 2023, έχει εκτοπιστεί. 



Σχόλια