Πάμπλο Νερούδα | Εστραβαγάριο

Sergio Larrain | Ascendor. Cordillera. Valparaiso. Chile. (1963)




ΖΟΥΜΕ ΕΔΩ


Εγώ είμ' απ' αυτούς που ζουν
τη μισή ζωή στη θάλασσα
και πλάι στο δειλινό
πέρα απ' αυτές τις πέτρες.


Μόλις ήρθα εγώ
και είδα τι γινόταν
αμέσως το αποφάσισα.
Η μέρα είχε κιόλας σκορπίσει παντού
το διάφανο της φως
κι η θάλασσα μάλωνε
σα λιοντάρι απ' αλάτι
μ' όλα της τα χέρια.


Η μοναξιά γυμνή τραγουδούσε εκεί, κι εγώ
χαμένος κι αγνός
καθώς αφοσιώθηκα προς τη σιωπή
είπα αυτά τα λόγια:
«Μάνα του αφρού,
απέραντη μοναξιά,
εδώ θα χτίσω την προσωπική μου διασκέδαση,
τον ενικό μου θρήνο».
Κι από τότε ούτε ένα κύμα
δεν μ' απογοήτευσε.
Και πάντα εύρισκα κεντρώα γεύση ουρανού
στο χώμα, στο νερό,
και άναβαν, το ξύλο και η θάλασσα μαζί,
στους μοναχικούς χειμώνες.


Ευχαριστώ τη γη γιατί με περίμενε
εκείνη την ώρα,
που ο ουρανός κι ο ωκεανός σμίγουν στα χείλη,
γιατί δεν είναι λίγο νάχεις ζήσει
σε μια μοναξιά
και νάχεις φτάσει σε μια άλλη,
να νοιώθεις σαν πλήθος
και να ζεις μόνος.


Όλα τα πράγματα τ' αγαπώ
κι απ' όλες τις φωτιές
μονάχα ο έρωτας δεν φθείρει,
γι' αυτό περνάω από ζωή σε ζωή
από κιθάρα σε κιθάρα και δε φοβάμαι
ούτε το φως, ούτε τον ίσκιο
κι επειδή σχεδόν είμαι πιο καθαρή γη
έχω κουτάλια για το άπειρο.


Κι έτσι κανένας δε μπορεί να λαθέψει
και να μη βρει το δίχως πόρτες
και δίχως αριθμό σπίτι μου.
Εκεί ανάμεσα σε σκούρες πέτρες
απέναντι στη φωτοβολή
του βίαιου αλατιού,
εκεί ζούμε εγώ και η γυναίκα μου
κι εκεί θα μείνουμε.


Βοήθεια, βοηθήστε μας!
Βοηθήστε μας νάμαστε
περισσότερη γη κάθε μέρα.
Βοηθήστε μας νάμαστε
ακόμα περισσότερο αφρός ιερός
κι ακόμα περισσότερο αέρας των κυμάτων.







ΠΟΛΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ


Μπερδεύεται η Δευτέρα με την Τρίτη
κι η βδομάδα με το χρόνο:
είναι αδύνατο να κοπεί ο καιρός 
με τα χαλασμένα σου ψαλίδια
κι όλα τα ονόματα της μέρας
τα σβήνει της νύχτας το νερό. 

Δε μπορεί κάποιος να ονομάσει Πέντρο,
καμιά δεν είναι η Ρόζα ή η Μαρία,
όλοι μας είμαστε σκόνη ή άμμος,
όλοι μας είμαστε βροχή μέσα στη βροχή.
Κάποτε μου μίλησαν για Βενεζουέλες,
για Παραγουάες και για Χιλές,
δε ξέρω για τι μιλάτε:
γνωρίζω το πετσί της γης
και ξέρω πως επώνυμο δεν έχει.

Όταν ζούσα με τις ρίζες
αυτές μ' άρεσαν πιο πολύ κι απ' τα λουλούδια,
κι όταν μιλούσα με μια πέτρα
αντηχούσε σαν καμπάνα.
Είναι τόσο μεγάλη η Άνοιξη
που κρατάει όλο το χειμώνα:
ο Χρόνος έχει χάσει τα παπούτσια του:
ένας χρόνος έχει τέσσερις αιώνες.

Τα βράδυα όλα όταν κοιμάμαι,
πως με λένε ή πως δε με λένε;
κι όταν ξυπνάω ποιος είμαι
αν, όταν κοιμόμουν, δεν ήμουν εγώ;

Αυτό θέλει να πει 
ότι μόλις έρθουμε στη ζωή,
ότι μόλις γεννηθούμε, 
να μη γεμίζουμε το στόμα μας
με τόσα αβέβαια ονόματα,
με τόσες θλιβερές ετικέτες,
με τόσα χτυπητά γράμματα 
με τόσα δικά μου και δικά σου
με τόσες υπογραφές πάνω στα χαρτιά. 

Σκέφτομαι να μπερδέψω τα πράγματα,
να τα ενώσω και να τα φρεσκογεννήσω,
να τα μπερδέψω, να τα γδύσω, 
μέχρι, που το φως του κόσμου
νάχει την ενότητα του ωκεανού,
μια πραγματική ακεραιότητα
ένα μύρο με λαλιά. 








ΔΙΑΦΥΓΗ


Νομίζω πως σκεφτόμουνα καθώς κοιμόμουνα,
νομίζω πως ονειρεύτηκα μέσα στη σκόνη
και μέσα στη βροχή τ' ονείρου.

Ένοιωσα γέρικα τα δόντια μου
καθώς κοιμισμένος,
φαίνεται πως σιγά - σιγά 
μεταμορφώνομαι σε άλογο.
Ένοιωσα τη μυρωδιά των αγρίων χόρτων,
της κορδιλλιέρας,
και κάλπασα ως το νερό
ως τις τέσσερις φουρτουνιασμένες άκρες
των ανέμων. 

Πολύ όμορφα είναι να 'σαι άλογο
ελεύθερο μεσ' στο φως του Ιούνη
κοντά στη Σέλβα Νέγρα
εκεί που κυλάνε τα ποτάμια
σκάβοντας τη γη. 
Εκεί ο αγέρας χτενίζει 
τα φτερά των αλόγων
και στο αίμα τρέχει
η γλώσσα που μιλούν οι φυλλωσιές.

Εκείνη τη νύχτα κάλπασα μόνος,
χωρίς σκοπό, χωρίς πατρίδα,
περνώντας λάσπες και σιτάρια
όνειρα και πηγές.

Άφησα πίσω μου, σα νάταν αιώνες
τα πυκνά δάση και τα δέντρα
που φλυαρούσαν μεταξύ τους,
τις πράσινες πρωτεύουσες
τις οικογένειες του δαπέδου.

Γύρισα απ' τις περιοχές μου
κι άρχισα πάλι να μην ονειρεύομαι
στους δρόμους,
να είμαι ο γκρίζος τούτος ταξιδευτής
κουρείων,
τούτος ο εγώ με τα παπούτσια,
με πείνα και με ματογυάλια, 
που δεν ξέρει από που γύρισε,
που είναι χαμένος,
που σηκώνεται το πρωί
δίχως το λιβάδι και που το βράδυ πέφτει δίχως μάτια
να ονειρευτεί δίχως βροχή.

Μόλις και ξεχαστείτε
φεύγω για το Ρενάικο. 




* από τη συλλογή Πάμπλο Νερούδα - Ποιήματα 
Εστραβαγάριο
Μπουένος Άιρες 1958, Εκδόσεις Δαμιανός






Πάμπλο Νερούδα
1904-1973


 

Σχόλια