Thomas McGrath /ποίημα/

photo link: Redflag


Ποίημα


Δεν ανήκω σ' αυτόν τον αιώναποιος ανήκει;
Στην εποχή μου, το καλοκαίρι ερχόταν κάπου τον Ιούνη
Οι γήλοφοι φλεγόμενοι με τριαντάφυλλα, τα πουλιά αδιάντροπα και οι έκπληκτοι
Βοσκότοποι σκιρτώντας με νεαρά μοσχάρια. . .
                                                Αυτά γινόντουσαν στη χώρα
Δεν εννοώ μια άλλη χώρα, εννοώ στη χώρα:
Και η χώρα έχει χαθεί. Δεν εννοώ ότι απλά έχει χαθεί για μένα,
Ούτε με τον τρόπο της μεταφορικής απώλειας — κι έτσι χαμένη είναι—
Όχι· ούτε σαν κάποιο είδος εξαίρεσης: εννοώ
Έχει χαθεί.

Τώρα, αποκάτω, στη φωτιά και τη δυσοσμία, η πόλη
Χτίζει το καβούκι της : περίτεχνα επίπεδα κενού
Σαν κτίσμα κάποιου θαλάσσιου ζώου προς εξαφάνιση.
Και οι πολίτες, ασόβαροι και όλο χρηστότητα,
Κυνηγάνε για ψωμί, ή χρήματα, ή προσευχή,
Κι εγώ τους βλέπω, κι αυτή την εποχή του ανθρώπου, χωρίς αγάπη.

Αν δεν ήταν αστείο, θ' άρμοζε να γελάσουμε.
— Περίεργο πώς η φωλιά εκείνου του αρουραίου κρατιέται ενωμένη—
Αποσπώντας την προσοχή. . .
                              Χωρίς αυτή μπορεί και να υπάρχει, ακόμα,
Ο χρυσός τροχός και ο αργυρός, ο ήλιος και η σελήνη,
Η αρχαία διαβεβαίωση της εποχής κάτω απ' τ' ασταθή άστρα
Οι φλογεροί μας σύντροφοι . . .
                                            Και δέντρα, ίσως, και ο ήχος
Του άγριου και ζωντανού νερού που βγαίνει βιαστικά από τους λόφους.

Χωρίς αυτά, έχω εσένα για φυλαχτό μου:
Ήλιος, φεγγάρι, οι τέσσερις εποχές,
Η αληθινή φωνή των βουνών. Τώρα γίνε
(Η πόλη περιστρέφεται στο άδειο κέλυφός της,
Η νύχτα μπαίνει από την Ανατολή)
— Γίνε εσύ αυτά τα πράγματα.


*μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου
πηγή του πρωτότυπου: Poetry Foundation



Poem

I don’t belong in this century—who does?
In my time, summer came someplace in June—
The cutbanks blazing with roses, the birds brazen, and the astonished
Pastures frisking with young calves . . .
                                                          That was in the country—
I don’t mean another country, I mean in the country:
And the country is lost. I don’t mean just lost to me,
Nor in the way of metaphorical loss—it’s lost that way too—
No; nor in no sort of special case: I mean
Lost.

Now, down below, in the fire and stench, the city
Is building its shell: elaborate levels of emptiness
Like some sea-animal building toward its extinction.
And the citizens, unserious and full of virtue,
Are hunting for bread, or money, or a prayer,
And I behold them, and this season of man, without love.

If it were not a joke, it would be proper to laugh.
—Curious how that rat’s nest holds together—
Distracting . . .
                      Without it there might be, still,
The gold wheel and the silver, the sun and the moon,
The season’s ancient assurance under the unstable stars
Our fiery companions . . .
                                     And trees, perhaps, and the sound
Of the wild and living water hurrying out of the hills.

Without these, I have you for my talisman:
Sun, moon, the four seasons,
The true voice of the mountains. Now be
(The city revolving in its empty shell,
The night moving in from the East)
—Be thou these things.





Thomas McGrath
1916-1990

Σχόλια