από τα μεγάφωνα του Τρένου: Ρογήρος Δέξτερ (Σα βάρκα που σαπίζει αργά)

photo by Elliott Erwitt (Colorado, 1955)




Σα βάρκα που σαπίζει αργά
      
                                Ή
                      Pseudo-Blues
                           για τις
                         χιλιάδες
                    αποτυχημένες
                        απόπειρες
                         διαφυγής



Εκείνη τη λέξη
Που αύριο θα παίξει τις γροθιές
Με τις σκέψεις στο κεφάλι μου
Θα τη φωνάξω λήθη• έτσι κάποιος
Ανοίγει την εξώπορτα για να μπει
Αλλά ποτέ δεν μπαίνει
Καινούργιος ο χρόνος
Ενώ μπαινοβγαίνουν οι φίλοι
Κουβαλώντας από πολύ μακριά
Αρκετή αναίδεια
Και θράσος
Και αποστροφή
Και άλλοι κλείνουν τα εξώφυλλα
Γιατί μέσα τους γίνεται νύχτα 
Ωστόσο, δε λένε ποτέ ν' αλλάξουν
Ιδέες κι απόψεις
Όπως ακριβώς αλλάζουν δέρμα την Άνοιξη
Και η ψυχή τους είναι ένας πολτός
Που θα χυθεί στο χώμα
Αυτοί οι κήρυκες μες στο κεφάλι μας
Οι σα χαλασμένες σάλπιγγες σε άδειο γήπεδο•
Ωστόσο και πάλι
Η ανία προλαβαίνει και τρυπώνει
Εκεί όπου κανείς δεν κατοικεί
Μπορεί μόνο το φάντασμα ενός πιανίστα
Που τον ακούμε να χτυπά
Τα πλήκτρα τις νύχτες
Κάνοντας
Ό,τι κάνει μια χούφτα από πουλιά
Που χοροπηδούν κελαηδώντας στα σύρματα
Πάνω από μια γάτα 
Η οποία κοιτώντας ψηλά ξερογλείφεται
Και από τους οδοκαθαριστές που σαρώνουν
Τα πεσμένα φύλλα
Στο άλσος στο μυαλό στους έρμους δρόμους
Σφυρίζοντας τραγουδάκια
Που δε θα ζήλευα αν ήξερα
Πώς να τραγουδώ ενώ δεν ξέρω
Ούτε τί άλλο θα φέρει η άθλια μέρα
(Μάλλον δώρα των Δαναών τού κτερισμένου χρόνου)
Και όχι το βλέμμα ενός κοριτσιού που πέφτει
Σ' ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Καθώς ξοδεύω λίγο από τον καιρό
Που αποταμίευα χρόνια
Για να μπορέσει η φαντασία
Να διακρίνει ολόκληρο το στήθος της
Κάτω από το βε τού πουλόβερ
Που θα θηλάσουν οι επιθυμίες
Μόλις θελήσουν να γυρίσουν σε μια παλιά στιγμή
Γαλήνης τού μέλλοντος
Και τότε οι δαήμονες θα πουν με στόμφο
Ότι κάτι τέτοια συμβαίνουν
Μόνο στις ψευδαισθήσεις
Που τροχίζουν οι απωθημένες λαχτάρες
Να σε ξαναβρώ μια νύχτα και
Κλεισμένοι σ' ένα δωμάτιο
Να τρώμε τις σάρκες αλλήλων
Αλλά μέχρι τότε
Δηλαδή το έτος δύο χιλιάδες τόσο
Αδειάζω με γουλιές το μπουκάλι και καπνίζω
Ένα τελευταίο τσιγάρο
Πριν πάρω τη μεγάλη απόφαση
Να βάλω μπροστά και να τρέξω
Τρελός που περνά
Μ' ένα φτιαγμένο σκαραβαίο
Πάνω από τις σανίδες ενός αγεφύρωτου γκρεμού
Λες και τον κυνηγούν τα πνεύματα τού δάσους
Και προπάντων εκείνο το ολοστρόγγυλο που έβλεπα
Σαν κρυστάλλινη σφαίρα να περιστρέφεται
Τις νύχτες με φεγγάρι
Μες στα κλαδιά των δέντρων
Λες και με κυνηγά
Σκατένια κι απαίσια
Η ίδια η ζωή
Ίσια σ' αυτό που ονομάζουν οι άνθρωποι
Χαμό ή ακαριαίο θάνατο 
Όμως για μένα θα ήταν λύτρωση
Και θα ήταν
Κέρδος ξεκάθαρο αν δεν άφηνα φυσικά
Τον εαυτό μου πρώτα να με ξεκάνει
Με τον τρόπο που πασχίζουν
Χρόνια τώρα οι εχθροί μου
Που ήταν κάποτε φίλοι
Που ήταν γνωστοί ή άγνωστοι
Συντοπίτες γεμάτοι όνειρα
Προτού βουλιάξουν μες στον υπόνομο τής νύχτας
Και γίνουν θεριά και κτήνη
Και όλα αυτά τελικά
Είναι βελόνι στα άχυρα που γυρεύω και γράφω
Είναι σκόνη στον άνεμο που σκορπίζω
Όταν μαθαίνουμε 
Πως μια πυρκαγιά καταβρόχθισε εκατό ψυχές
Ή ότι τρεις χιλιάδες κεραυνοί
Ενσκήπτουν σε μια ηλεκτρισμένη πεδιάδα σε τρεις μέρες•έτσι
Δεν είμαστε πια βέβαιοι
Τί τέλος θα διαλέγαμε αν μπορούσαμε
Εμείς οι δήθεν γενναίοι
Ναυαγοί τής ζωής και τού θανάτου•
Γι' αυτό αφήνουμε τις λέξεις
Να γρονθοκοπούν τις σκέψεις όταν νυχτώνει
Ειδικά εκείνη που υπαγορεύει
Ότι κουράστηκα να κάνω συνέχεια πανιά
Ότι θέλω ν' αράξω σε μια γαλήνη
Και ας γίνω
Σα βάρκα που σαπίζει αργά στις όχθες τού Νέστου.
                                           

                                             14.04.2019

Ρογήρος Δέξτερ


Σχόλια