από τα μεγάφωνα του Τρένου: Τζορτζ Όππεν (Του να είμαστε πολυάριθμοι, ενότητες 1-22)


Photo of Manhattan’s Garment District by Margaret Bourke-White (Fortune Magazine, 1930)



 
Του να είμαστε πολυάριθμοι 
                            (ενότητες 1-22)
                                

1

Υπάρχουν πράγματα
Που ζούμε ανάμεσά τους ‘και να τα δούμε
Είναι να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας’.

Συμβάν, ένα κομμάτι
Από μια ατέρμονη σειρά,

Τα στενάχωρα θαύματα·

Γύρω από αυτό ειπώθηκε
Μια ιστορία της αχρειότητας μας.
Δεν είναι δική μας αχρειότητα.

‘Θυμάσαι εκείνη την παλιά πόλη όπου πήγαμε, και κάτσαμε στο ρημαγμένο το παράθυρο, και προσπαθήσαμε να φανταστούμε ότι ανήκαμε σ’ εκείνους τους καιρούς — Είναι νεκρή και δεν είναι νεκρή, και δεν μπορείς να φανταστείς ούτε τη ζωή της ούτε τον θάνατό της· η γη μιλάει και η σαλαμάνδρα μιλάει, η Άνοιξη έρχεται και μόνο την σκιάζει—’


2

Έτσι μίλησε για την ύπαρξη των πραγμάτων,
Ένα απείθαρχο πάνθεο

Απόλυτο, αλλά λένε
Άγονο.

Μια πόλη των εταιριών

Κλεισμένη σε γυάλα
Από όνειρα

Και εικόνες—

Και η καθαρή χαρά
Του ορυκτού δεδομένου

Αν και είναι αδιαπέραστη,

Όπως ο κόσμος, εάν είναι ύλη,
Είναι αδιαπέραστος.


3

Τα συναισθήματα μπλέκονται
Μπαίνοντας στην πόλη
Όπως μπαίνοντας σε κάθε πόλη.

Δεν είμαστε σύγχρονοι
Μιας τοπικότητας
Μα φανταζόμαστε ότι οι άλλοι είναι,

Τους συναντάμε. Για την ακρίβεια,
Πλήθος κόσμου ρέει
Στην πόλη κατά μήκος.

Αυτή είναι μια διάλεκτος, άρα, της Νέας Υόρκης.  


4

Καθότι οι άνθρωποι αυτής της ροής
Είναι νέοι, οι γέροι

Νέοι στα γηρατειά όπως οι νέοι
Στη νεότητα

Και στον οίκο τους
Για τον οποίο οι στέγες με το πισσόχαρτο

Και τα σκαλιά κι οι πόρτες—
Ένας κόσμος σκαλιά—
Είναι μηδαμινό άλλοθι και το σατιρικό πνεύμα
Δεν εξυπηρετεί.


5

Η μεγάλη πέτρα
Πάνω από το ποτάμι
Στον πυλώνα της γέφυρας

‘1875’

Κατεψυγμένη στο φως του φεγγαριού
Στον παγωμένο αέρα πάνω απ’ το μονοπάτι, συνείδηση

Που δεν έχει τίποτα να κερδίσει, που δεν περιμένει τίποτα,
Που αγαπάει τον εαυτό της.


6

Είμαστε στοιβαγμένοι, πιεσμένοι ο ένας πάνω σ’ άλλον,
Θα μας το πουν με μιας
Ό,τι και να συμβεί

Και η ανακάλυψη γεγονότων σκάει
Σε ένα παροξυσμό συναισθημάτων
Τώρα όπως πάντα. Τον Κρούσο

Λέμε ότι τον
‘Διέσωσαν’.
Έτσι έχουμε επιλέξει.


7

Εμμονικοί, σαστισμένοι

Πλάι στο ναυάγιο
Του ενικού

Διαλέξαμε την έννοια
Του να είμαστε πολυάριθμοι.


8

Amor fati
Η αγάπη της μοίρας

Για την οποία μονάχη η πόλη
Είναι ακροατήριο

Ίσως βλάσφημο.

Αργά πάνω από νησιά, πεπρωμένα
Κινούμενα σταθερά περνάνε
Και αλλάζουν

Στον λεπτό ουρανό
Πάνω από νησιά

Ανάμεσα από μέρες

Έχοντας μόνο τη δύναμη
Των ημερών

Υπερ – απλό
Υπερ – δύσκολο


9

‘Εάν, όσο η ένταση της όρασης αυξάνει, η απόσταση μας από Αυτούς, τους ανθρώπους, δεν αυξάνει επίσης’
Ξέρω, και βέβαια ξέρω, δεν μπορώ να μπω σε κανένα άλλο μέρος

Κι όμως είμαι ένας από αυτούς που από τίποτα άλλο παρά απ’ τον τρόπο σκέψης του ανθρώπου και από μια απ’ τις διαλέκτους του και από το τί μου συνέβη
Έχουν φτιάξει ποίηση

Για να ονειρεύονται εκείνη την παραλία
Για χάρη της μιας στιγμής στα μάτια,

Τον απόλυτο ενικό

Τα απόκοσμα δεσμά
Του ενικού

Που είναι το λαμπερό φως ναυαγίου. 


10

Ή, υπό το φως εκείνο, Νέες τέχνες! Διθυραμβικές, το κοινό-ως-καλλιτέχνες! Μα θα ακούσω έναν άνθρωπο, θα ακούσω έναν άνθρωπο, και όταν μιλήσω θα μιλήσω, αν και θα αποτύχει αυτός, και θ’ αποτύχω εγώ. Όμως θα τον ακούσω να μιλάει. Το σούρσιμο των ποδιών του πλήθους είναι τίποτα— εντάξει, τίποτα παρεκτός του πόσοι πολλοί είμαστε, μα τίποτα.

Αστική τέχνη, τέχνη των πόλεων, τέχνη των νέων στις πόλεις— Ο απομονωμένος άνθρωπος έχει πεθάνει, ο κόσμος του γύρω έχει εξαντληθεί

Και αποτυγχάνει! Αποτυγχάνει, αυτός ο άνδρας ο στοχαστικός! Και πράγματι δεν μπορούν να το ‘αντέξουν’. 


11

               είναι εκείνο το φως
Απλώνεται παντού, ένα φως για τις ώρες

Στις οποίες τα κτίρια
Στέκονται χαμηλά, τα αετώματά τους
Ίσα πάνω απ’ το λιμάνι

Ακούνητα απολύτως,

Κούφια, διαθέσιμα, μπορούσες να μπεις σε κάθε κτίριο,
Μπορούσες να κοιτάξεις μέσα από παράθυρο όποιο να ‘ναι
Κάποιος θα ήταν δυνατό να γνέψει στον εαυτό του
Από την κορυφή του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ

Μίλα

Αν μπορείς

Μίλα

Φύλλις— όχι νεοκλασική,
Το όνομα του κοριτσιού είναι Φύλλις—

Που γυρνάει σπίτι από την πρώτη της δουλειά
Με το λεωφορείο στο γυμνό του αστικό εσωτερικό
Ανάμεσα σ’ εκείνους τους ανθρώπους, τις μικρές πόρτες
Να ανοίγουν τη νύχτα στο κράσπεδο
Η καρδιά της, μου είπε, ξαφνικά να σφίγγεται από ευτυχία—

Τόσο μικρή μια φωτογραφία,
Ένα σημείο φωτός στο κράσπεδο, δεν μπορεί να μας εξευτελίσει

Είμαι κι εγώ ερωτευμένος εκεί κάτω με τους δρόμους
Και τις τετράγωνες πλάκες πεζοδρομίου—

Για να μιλάω για το σπίτι και τη γειτονιά και τις προβλήτες

Και δεν είναι ‘τέχνη’


12

‘Σε αυτές τις εξηγήσεις τεκμαίρεται ότι ένα υποκείμενο που βιώνει είναι μία αιτία ευαίσθητης αντίδρασης σ’ έναν αληθινό κόσμο.’

η βροχή πέφτει
όση δεν είχε πέσει
και είναι ο ίδιος κόσμος


Έφτιαξαν αντικείμενα μικρά
Από ξύλο και κόκκαλα ψαριών
Και από πέτρα. Κουβέντιασαν,
Οικογένειες κουβέντιασαν,
Μαζεύτηκαν σε συμβούλιο
Και μίλησαν, κουβαλώντας αντικείμενα.
Ήταν αφελείς,
Τα πράγματά τους έλαμψαν στο δάσος.

Ήταν υπομονετικοί
Με τον κόσμο.
Αυτό ποτέ δεν ξαναγίνεται, ποτέ,
Εκτός αν φτάσουν τα όρια τους

Θα κάνουν νέο ξεκίνημα πάλι, δηλαδή,
Πάλι και πάλι


13

          ανήμποροι να ξεκινήσουν
Απ’ την αρχή, οι τυχεροί
Βρίσκουν τα πάντα ήδη εδώ. Είναι αγοραστές,
Επιλογείς, κριτές· . . . Κι εδώ το κτηνώδες
είναι χωρίς ζήτημα, ένα αδιέξοδο.
                                           Δημιουργούν
Διαφωνία προκειμένου να μιλήσουν, γίνονται
εξωπραγματικοί, εξωπραγματικοί, η ζωή χάνει
στερεότητα, χάνει έκταση, το μπέιζμπολ είναι το παιχνίδι τους
γιατί το μπέιζμπολ δεν είναι ένα παιχνίδι
αλλά μια διαφωνία και η διάσταση απόψεων
είναι που κάνει τις ιπποδρομίες. Φαντάσματα είναι που διακινδυνεύουν

Την ανθρώπινη ψυχή. Υπάρχει αλλαγή
Σ’ έναν αέρα
Που μπαγιάτικο μυρίζει, θα καταφτάσουν στο τέλειωμα
Μιας εποχής
Πρώτοι απ’ όλους τους λαούς
Και καθένας δύναται να κρατήσει μ' αξιοπρέπεια

Απόσταση απ’ αυτούς
Αν το μπορέσει.


14

Δεν μπορώ ούτε και τώρα ακόμη
Να αποσυνδέσω εντελώς τον εαυτό μου
Από εκείνους τους ανθρώπους

Με τους οποίους στάθηκα σε πυροβολεία, σε τραπεζαρίες κάτω από τέντες,
Σε νοσοκομεία και υπόστεγα αεροσκαφών και κρύφτηκα στα χαντάκια
Ανατιναγμένων δρόμων σε μια κατεστραμμένη χώρα,

Μεταξύ τους πολλοί άνδρες
Πιο ικανοί απ’ ό,τι εγώ—

Ο Μούικατ κι ένας λοχίας
Ονόματι Χίλι
Κι εκείνος ο υπολοχαγός επίσης—

Πώς το ξεχνάς αυτό; Πώς να μιλήσεις
Απόμακρα για ‘Τον Λαό’

Που είναι εκείνη η δύναμη
Μέσα στα τείχη
Των πόλεων

Μέσα εκεί που τ’ αμάξια τους

Αντηχούν σαν ιστορία
Κάτω σε περιτοιχισμένες λεωφόρους
Όπου να μιλήσει κάποιος δεν μπορεί.


15

Χορός (ανδρόγυνος): ‘Βρες με
Για να υπάρξω, βρες τον αφαλό μου
Για να υπάρξει, βρες τις ρώγες μου
Για να υπάρξουν, βρες κάθε τρίχα
Απ’ την κοιλιά μου, είμαι καλός (ή είμαι κακός),
Βρες με.’


16

‘. . . αυτός που δεν θα εργαστεί δεν θα φάει,
και μόνο αυτός που είχε σκοτούρες θα βρει την ηρεμία,
και μόνο αυτός που κατεβαίνει στον κάτω κόσμο θα σώσει την αγαπημένη του,
και μόνο αυτός που βγάζει το μαχαίρι από τη θήκη θα δει να του ξαναδοθεί ο Ισαάκ. Αυτός που δεν θα εργαστεί δεν θα φάει. . .
αλλά αυτός που θα εργαστεί θα γεννήσει τον ίδιο του τον πατέρα.’


17

Οι ρίζες των λέξεων
Χάνονται στις υπόγειες διαβάσεις

Υπάρχει τρέλα στον αριθμό
Των ζωντανών
‘Μία κατάσταση της ύλης’

Δεν υπάρχει κανείς εδώ παρά εμείς οι κότες

Αντι-οντολογία—

Αυτός θέλει να πει
Ότι η ζωή του είναι αληθινή,
Κανείς δεν μπορεί να πει γιατί

Εύκολο δεν είναι κανένας να μιλήσει

Ένα άγριο μουρμουρητό, σε κοινή θέα
Άρριζου λόγου


18

Είναι ο αέρας της θηριωδίας,
Ένα περιστατικό σύνηθες τόσο
Όσο ένας Πρόεδρος.

Μια στήλη καπνού, από απόσταση ορατή
Που μέσα της άνθρωποι καίγονται.


19

Τώρα στα ελικόπτερα η αυθόρμητη βούληση
Είναι αποτρόπαιη

Παραφροσύνη σε υψηλά μέρη,
Αν είναι αλήθεια πρέπει να κάνουμε ετούτα
Θα πρέπει τα λαρύγγια μας να κόψουμε

Η μύγα μέσα στο μπουκάλι

Φρενοβλαβής, η φρενοβλαβής μύγα

Η οποία, πάνω απ’ την πόλη
Είναι το λαμπερό φως ναυαγίου


20

—Περιμένουν

Πόλεμο, και τα νέα
Είναι πόλεμος

Όπως πάντα

Ώστε η ενέργεια να μπορεί να ρέει μέσα τους
Αν και η ενέργεια ψεύδεται.

Σπουδαία πράγματα έχουν συμβεί
Στη γη και της έχουν δώσει ιστορία, στρατούς
Και τις κουρελιασμένες ορδές που προχωρούν και τα πάθη
Εκείνου του θανάτου. Αλλά ποιος ξεφεύγει
Του θανάτου

Ανάμεσα σε αυτούς τους επιβάτες
Τον υπόγειου τρένου,

Γνωρίζουν
Μα τώρα όπως εγώ γνωρίζω

Την αποτυχία και την τύψη
Την αποτυχίας.
Όπως στου Χάρντυ το ποίημα για τα Χριστούγεννα

Ίσως μισο-ελπίζουμε να βρούμε τα ζώα
Στα μαντριά ενός έθνους
Να γονατίζουν τα μεσάνυχτα,

Ζώα εκτροφής,
Zώα για ζέψιμο, κτήνη για σφαγή
Γιατί θα σήμαινε ότι μας έχουν συγχωρέσει,
Ή το άλλο που το ίδιο κάνει,
Ότι δεν έχουμε ούτως ή άλλως σημασία.


21

Μπορεί να υπάρξει ένα τούβλο
Σε έναν τοίχο από τούβλα
Που το μάτι διαλέγει

Τόσο ήσυχη μια Κυριακή
Εδώ  είναι το τούβλο, καθόταν και περίμενε
Εδώ όταν γεννήθηκες

Μέρι-Ανν.

22

Σαφήνεια

Με την έννοια της διαφάνειας,
Δεν εννοώ ότι πολλά μπορούν να εξηγηθούν

Σαφήνεια με την έννοια της σιωπής.


(μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)



 

1

There are things
We live among ‘and to see them
Is to know ourselves’.

Occurrence, a part
Of an infinite series,

The sad marvels;

Of this was told
A tale of our wickedness.
It is not our wickedness.

‘You remember that old town we went to, and we sat in the ruined window, and we tried to imagine that we belonged to those times—It is dead and it is not dead, and you cannot imagine either its life or its death; the earth speaks and the salamander speaks, the Spring comes and only obscures it—’


2


So spoke of the existence of things,
An unmanageable pantheon

Absolute, but they say
Arid.

A city of the corporations

Glassed
In dreams

And images—

And the pure joy
Of the mineral fact

Tho it is impenetrable

As the world, if it is matter,
Is impenetrable.


3

The emotions are engaged
Entering the city
As entering any city.

We are not coeval
With a locality
But we imagine others are,

We encounter them. Actually
A populace flows
Thru the city.

This is a language, therefore, of New York


4

For the people of that flow
Are new, the old

New to age as the young
To youth

And to their dwelling
For which the tarred roofs

And the stoops and doors—
A world of stoops—
Are petty alibi and satirical wit
Will not serve.


5

The great stone
Above the river
In the pylon of the bridge

‘1875’

Frozen in the moonlight
In the frozen air over the footpath, consciousness

Which has nothing to gain, which awaits nothing,
Which loves itself


6

We are pressed, pressed on each other,
We will be told at once
Of anything that happens

And the discovery of fact bursts
In a paroxysm of emotion
Now as always.   Crusoe

We say was
‘Rescued’.
So we have chosen.


7

Obsessed, bewildered

By the shipwreck
Of the singular

We have chosen the meaning
Of being numerous.


8

Amor fati
The love of fate

For which the city alone
Is audience

Perhaps blasphemous.

Slowly over islands, destinies
Moving steadily pass
And change

In the thin sky
Over islands

Among days

Having only the force
Of days

Most simple
Most difficult


9

‘Whether, as the intensity of seeing increases, one’s distance from Them, the people, does not also increase’
I know, of course I know, I can enter no other place

Yet I am one of those who from nothing but man’s way of thought and one of his dialects and what has happened to me
Have made poetry

To dream of that beach
For the sake of an instant in the eyes,

The absolute singular

The unearthly bonds
Of the singular

Which is the bright light of shipwreck


10

Or, in that light, New arts! Dithyrambic, audience-as-artists! But I will listen to a man, I will listen to a man, and when I speak I will speak, tho he will fail and I will fail. But I will listen to him speak. The shuffling of a crowd is nothing—well, nothing but the many that we are, but nothing.

Urban art, art of the cities, art of the young in the cities—The isolated man is dead, his world around him exhausted

And he fails! He fails, that meditative man! And indeed they cannot ‘bear’ it.


11

            it is that light
Seeps anywhere, a light for the times

In which the buildings
Stand on low ground, their pediments
Just above the harbor

Absolutely immobile,

Hollow, available, you could enter any building,
You could look from any window
One might wave to himself
From the top of the Empire State Building—


Speak


If you can


Speak


Phyllis—not neo-classic,
The girl’s name is Phyllis—

Coming home from her first job
On the bus in the bare civic interior
Among those people, the small doors
Opening on the night at the curb
Her heart, she told me, suddenly tight with happiness—

So small a picture,
A spot of light on the curb, it cannot demean us

I too am in love down there with the streets
And the square slabs of pavement—

To talk of the house and the neighborhood and the docks

And it is not ‘art’


12

‘In these explanations it is presumed that an experiencing subject is one occasion of a sensitive reaction to an actual world.’

the rain falls
that had not been falling
and it is the same world

. . .

They made small objects
Of wood and the bones of fish
And of stone. They talked,
Families talked,
They gathered in council
And spoke, carrying objects.
They were credulous,
Their things shone in the forest.

They were patient
With the world.
This will never return, never,
Unless having reached their limits

They will begin over, that is,
Over and over


13

           unable to begin
At the beginning, the fortunate
Find everything already here. They are shoppers,
Choosers, judges; . . . And here the brutal
is without issue, a dead end.
                                            They develop
Argument in order to speak, they become
unreal, unreal, life loses
solidity, loses extent, baseball’s their game
because baseball is not a game
but an argument and difference of opinion
makes the horse races. They are ghosts that endanger

One’s soul. There is change
In an air
That smells stale, they will come to the end
Of an era
First of all peoples
And one may honorably keep

His distance
If he can.


14

I cannot even now
Altogether disengage myself
From those men

With whom I stood in emplacements, in mess tents,
In hospitals and sheds and hid in the gullies
Of blasted roads in a ruined country,

Among them many men
More capable than I—

Muykut and a sergeant
Named Healy,
That lieutenant also—

How forget that? How talk
Distantly of ‘The People’

Who are that force
Within the walls
Of cities

Wherein their cars

Echo like history
Down walled avenues
In which one cannot speak.


15

Chorus (androgynous): ‘Find me
So that I will exist, find my navel
So that it will exist, find my nipples
So that they will exist, find every hair
Of my belly, I am good (or I am bad),
Find me.’


16

‘. . . he who will not work shall not eat,
and only he who was troubled shall find rest,
and only he who descends into the nether world shall rescue his beloved,
and only he who unsheathes his knife shall be given Isaac again. He who will not work shall not eat. . .
but he who will work shall give birth to his own father.’


17

The roots of words
Dim in the subways

There is madness in the number
Of the living
‘A state of matter’

There is nobody here but us chickens

Anti-ontology—

He wants to say
His life is real,
No one can say why

It is not easy to speak

A ferocious mumbling, in public
Of rootless speech


18

It is the air of atrocity,
An event as ordinary
As a President.

A plume of smoke, visible at a distance
In which people burn.


19

Now in the helicopters the casual will
Is atrocious

Insanity in high places,
If it is true we must do these things
We must cut our throats

The fly in the bottle

Insane, the insane fly

Which, over the city
Is the bright light of shipwreck


20

—They await

War, and the news
Is war

As always

That the juices may flow in them
Tho the juices lie.

Great things have happened
On the earth and given it history, armies
And the ragged hordes moving and the passions
Of that death. But who escapes
Death

Among these riders
Of the subway,

They know
But now as I know

Failure and the guilt
Of failure.
As in Hardy’s poem of Christmas

We might half-hope to find the animals
In the sheds of a nation
Kneeling at midnight,

Farm animals,
Draft animals, beasts for slaughter
Because it would mean they have forgiven us,
Or which is the same thing,
That we do not altogether matter.


21

There can be a brick
In a brick wall
The eye picks

So quiet of a Sunday
Here is the brick, it was waiting
Here when you were born

Mary-Anne.


22

Clarity

In the sense of transparence,
I don’t mean that much can be explained

Clarity in the sense of silence.

























1908-1984



Σχόλια