ριπές από το τζάμι του Τρένου: Luis Cernuda (Desolación de la Quimera)



Photo link: http://www.olivierbonhomme.com/lhomme-sans-rve/


Ερήμωση της χίμαιρας

Όλο το πύρωμα της μέρας, συσσωρευμένο
Σε ασφυκτική ομίχλη, εκπέμπει η άμμος.
Πάνω στο μπλε το τόσο καθαρό της νύχτας
Εναντιώνεται, σαν ακατόρθωτο στάλαγμα νερού,
Η παγωμένη λαμπρότητα των αστεριών,
Περήφανη ακολουθία δίπλα στο νέο φεγγάρι
Που, ήδη ψηλά, φωτίζει περιφρονητικά
Λείψανα θηρίων στο μέσο ενός οστεοφυλάκιου. 
Πέρα μακριά αλυχτούνε τα τσακάλια.
 
Δεν υπάρχει νερό, φύλλο, χαμόδεντρο ή γρασίδι.
Σε όλο του το μεγαλείο το φεγγάρι κοιτάζει
Τη θλιβερή Χίμαιρα, πέτρα διαβρωμένη
Στην έρημο του. Όπως ένα κούτσουρο, σπασμένη φτερούγα·
Τα στήθη και τα νύχια ακρωτηριασμένα απ’ τον χρόνο·
H κοιλότητα της εξαφανισμένης μύτης και των μαλλιών,
Που άλλοτε σχημάτιζαν δακτυλίδια, καταφύγιο είναι τώρα
Για τα αποτρόπαια πουλιά που τρέφονται
Με την ερήμωση, τον θάνατο.
         
Όταν το φως του φεγγαριού φτάνει
Στη Χίμαιρα, μοιάζει να ζωντανεύει μ’ έναν λυγμό,
Έναν αναστεναγμό που έρχεται, όχι απ’ το ερείπιο,
Απ’ τους αιώνες τους ριζωμένους μέσα του, αθάνατους
Κλαίγοντας που δεν μπορούνε να πεθάνουν, όπως πεθαίνουν οι μορφές
Που ο άνθρωπος αναπαράγει. Ο θάνατος είναι σκληρός,
Αλλά το να μη μπορούν να πεθάνουν, εάν όλα πεθαίνουν,
Είναι ίσως πιο σκληρό. Η Χίμαιρα ψιθυρίζει στο φεγγάρι
Και τόσο γλυκιά είναι η φωνή της που την ερήμωση ελαφραίνει.
         
«Ούτε θύματα ούτε εραστές. Πού πήγαν οι άνθρωποι;
Δεν πιστεύουν πια σε μένα, και τα αινίγματα που τους έδωσα
Τα αδιάλυτα, όπως η Σφίγγα, η αντίπαλος και αδελφή μου,
Δεν τους δελεάζουν πια. Το θείο παραμένει,
Πρωτεϊκό και πολύμορφο, και ας πεθαίνουν οι θεοί.
Γι 'αυτό ζει μέσα μου η ζέση αυτή που δεν περνάει,
Αν και πέρασε η μορφή μου, αν και δεν είμαι ούτε σκιά·
Ζέση που παίρνει σχήμα βλέποντας να παραδίνεται ο άνθρωπος
Τρομαγμένος μπροστά μου, μπροστά στο δελεαστικό αδιάρρηκτο μου μυστικό.

Σαν ζώο εξημερωμένο με το μαστίγιο,
Ο άνθρωπος. Όμως, τι όμορφος· η δύναμη και η ομορφιά του,
Ω θεοί, πόσο γοητευτικές. Η τέρψη υπάρχει μες στον άνθρωπο·
Όταν ο άνθρωπος είναι όμορφος, πόση ευχαρίστηση σ’ αυτόν.
Αιώνες ήδη πέρασαν απ’ όταν ο άνθρωπος εγκατέλειψε
Εμένα και περιφρονητικά ξέχασε τα μυστικά μου.
Και ενώ κάποιοι λίγοι έρχονται σε μένα,
Οι ποιητές, καμία γοητεία δεν βρίσκω σε αυτούς,
Όταν σπανίως τους δελεάζει το μυστικό μου σ’ αυτούς δεν βλέπω ομορφιά.

Λιπόσαρκοι ή πλαδαροί, χωρίς μαλλιά, με γυαλιά,
Ξεδοντιάρηδες. Αυτή είναι η φυσική πλευρά
Του  τελευταίου μου υπηρέτη· και, παρόμοια με αυτήν,
Ο χαρακτήρας του. Ακόμα κι έτσι, δεν είναι πολλοί που αναζητούν το μυστικό μου σήμερα,
Παρά στη γυναίκα βρίσκουν την προσωπική τους θλιβερή Χίμαιρα.
Και είναι καλή αυτή η λήθη, για να μην έρχονται μπροστά μου
Μετά την αλλαγή της πάνας στο μωρό
Ή το σκούπισμα της μύτης, ενώ σκέφτονται
Μομφή ή έπαινο κάποιου κριτικού.

Πώς μπορούν να πιστεύουν ότι είναι ποιητές
Εάν δεν έχουν πλέον τη δύναμη, την τρέλα
Να πιστεύουν σε μένα και στο μυστικό μου;
Καλύτερα τους πάει μια θέση στην ακαδημία
Από την ξηρασία, την καταστροφή και τον θάνατο,
Ανταμοιβές που έδωσα γενναιόδωρα στα θύματά μου,
Μόλις κατέκτησα τις ψυχές τους,
Όταν ο άνθρωπος και ο ποιητής προτιμούσαν
Mία σκληρή ψευδαίσθηση αστικής σιγουριάς.

Λοιπόν άλλη ήταν η εποχή για μένα
Όταν ευτυχισμένη, ανάλαφρη, πέρναγα τον λαβύρινθο
Όπου έχασα τόσα και τόσα άλλα τους έδινα
Απ’ την αιώνια τρέλα μου: φανταστείτε ευδαιμονία, όνειρα για το μέλλον,
Ελπίδες για αγάπη, ηλιόλουστους περίπλους.
Μα, εάν ήταν συνετός, στραγγάλιζα τον άνθρωπο
Με τα δυνατά μου νύχια, πώς ένας κόκκος τρέλας
Είναι το αλάτι της ζωής. Λόγω του ότι έχω υπάρξει,
Υποσχέσεις πια για τον άνθρωπο δεν έχω».
  
Την αντανάκλασή του το φεγγάρι ολισθαίνει
Πάνω στην κουφή άμμο της ερήμου.
Μες στις σκιές τη Χίμαιρα αφήνει,
Σωπαίνει στη γλυκιά φωνή της τη γοητεία της μουσική.
Κι όπως η θάλασσα που έχει φτάσει στην ακτή, όταν αποτραβιέται
Αφήνει την παραλία γυμνή απ’ την μαγεία της,
Αποτραβιέται η γοητεία της φωνής, κι αφήνει την έρημο
Ακόμα πιο αφιλόξενη, τους αμμόλοφους της
Τυφλούς κι αδιαφανείς, χωρίς αρχαία ψευδαίσθηση.

Βουβή και στη σκιά, η Χίμαιρα φαίνεται να αποσύρεται
Στην νύχτα την προγονική του πρώτου Χάους·
Αλλά ούτε οι θεοί, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα έργα τους,
Ακυρώνονται εάν έχουν υπάρξει μια φορά: θα πρέπει να υπάρξουν
Μέχρι το πικρό τέλος, αφανιζόμενοι στη σκόνη.
Ασάλευτη, θλιβερή, η Χίμαιρα χωρίς μύτη μυρίζει
Τον φρέσκο αέρα της αυγής που φθάνει, αυγή μιας άλλης
ημέρας
Που δεν θα φέρει έλεος ο θάνατος,
Αλλά που η έρημη ύπαρξή της παρατείνεται ακόμα.


μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου



Desolación de la Quimera 

Todo el ardor del día, acumulado
En asfixiante vaho, el arenal despide.
Sobre el azul tan claro de la noche
Contrasta, como imposible gotear de un agua,
El helado fulgor de las estrellas,
Orgulloso cortejo junto a la nueva luna
Que, alta ya, desdeñosa ilumina
Restos de bestias en medio de un osario.
En la distancia aúllan los chacales.

No hay agua, fronda, matorral ni césped.
En su lleno esplendor mira la luna
A la Quimera lamentable, piedra corroída
En su desierto. Como muñón, deshecha el ala;
Los pechos y las garras el tiempo ha mutilado;
Hueco de la nariz desvanecida y cabellera,
En un tiempo anillada, albergue son ahora
De las aves obscenas que se nutren
En la desolación, la muerte.

Cuando la luz lunar alcanza
A la Quimera, animarse parece en un sollozo,
Una queja que viene, no de la ruina,
De los siglos en ella enraizados, inmortales
Llorando el no poder morir, como mueren las formas
Que el hombre procreara. Morir es duro,
Mas no poder morir, si todo muere,
Es más duro quizá. La Quimera susurra hacia la luna
Y tan dulce es su voz que a la desolación alivia.

«Sin víctimas ni amantes. ¿Dónde fueron los hombres?
Ya no creen en mí, y los enigmas que yo les propusiera
Insolubles, como la Esfinge, mi rival y hermana,
Ya no les tientan. Lo divino subsiste,
Proteico y multiforme, aunque mueran los dioses.
Por eso vive en mí este afán que no pasa,
Aunque pasó mi forma, aunque ni sombra soy;
Afán que se concreta en ver rendido al hombre
Temeroso ante mí, ante mi tentador secreto indescifrable.

»Como animal domado por el látigo,
El hombre. Pero, qué hermoso; su fuerza y su hermosura,
Oh dioses, cuán cautivadoras. Delicia hay en el hombre;
Cuando el hombre es hermoso, en él cuánta delicia.
Siglos pasaron ya desde que desertara el hombre
De mí y a mis secretos desdeñosos olvidara.
Y bien que algunos pocos a mí acudan,
Los poetas, ningún encanto encuentro en ellos,
Cuando apenas les tienta mi secreto ni en ellos veo hermosura.

»Flacos o fláccidos, sin cabellos, con lentes,
Desdentados. Esa es la parte física
En mi tardío servidor; y, semejante a ella,
Su carácter. Aun así, no muchos buscan mi secreto hoy,
Que en la mujer encuentran su personal triste Quimera.
Y bien está ese olvido, porque ante mí no acudan
Tras de cambiar pañales al infante
O enjugarle nariz, mientras meditan
Reproche o alabanza de algún crítico.

»¿Es que pueden creer en ser poetas
Si ya no tienen el poder, la locura
Para creer en mí y en mi secreto?
Mejor les va sillón en academia
Que la aridez, la ruina y la muerte,
Recompensa que generosa di a mis víctimas,
Una vez ya tomada posesión de sus almas,
Cuando el hombre y el poeta preferían
Un miraje cruel a certeza burguesa.

»Bien otros fueron para mí los tiempos
Cuando feliz, ligera, hollaba el laberinto
Donde a tantos perdí y a tantos otros los dotaba
De mi eterna locura: imaginar dichoso, sueños de futuro,
Esperanzas de amor, periplos soleados.
Mas, si prudente, estrangulaba al hombre
Con mis garras potentes, que un grano de locura
Sal de la vida es. A fuerza de haber sido,
Promesas para el hombre ya no tengo».

Su reflejo la luna deslizando
Sobre la arena sorda del desierto,
Entre sombras a la Quimera deja,
Calla en su dulce voz la música cautiva.
Y como el mar en la resaca, al retirarse
Deja a la playa desnuda de su magia,
Retirado el encanto de la voz, queda el desierto
Todavía más inhóspito, sus dunas
Ciegas y opacas, sin el miraje antiguo.

Muda y en sombra, parece la Quimera retraerse
A la noche ancestral del Caos primero;
Mas ni dioses, ni hombres, ni sus obras,
Se anulan si una vez son: existir deben
Hasta el amargo fin, perdiéndose en el polvo.
Inmóvil, triste, la Quimera sin nariz olfatea
Frescor de alba naciente, de alba de otra jornada
Que no habrá de traerle piadosa la muerte,
Sino que su existir desolado prolongue todavía.








Luis Cernuda

(1902-1963)
 


Σχόλια