λίγο πριν το σφύριγμα αναχώρησης: Αντώνης Πυροβολάκης (Ονειρευτής)

http://www.flickr.com/photos/conorkeller/7643906142/sizes/c/in/photostream/
                                                                                                                                                                                  
Ονειρευτής

Του  άρεσε  με θράσος,  να  εισέρχεται  στα  μαϊστράλια    του  Αυγούστου,
του  άρεσε  να  αποκοιμιέται  στην  ακρογιαλιά  τα  μεσημέρια.
Όνειρα,  από  μιρταζαπίνη  και  βινύλιο,
στιλπνές  φυγές  μες  στο  σπασμένο  βλέμμα  του  Ορφέα.
  Χρωματιστά  ποτά  ουράνια  τόξα  τον  κέρναγε  μία  μοίρα  αγαπητικιά,
που  Ιουδήθ  τη  φώναζαν τα  πεθαμένα  περιστέρια.
Στην  σκοτεινή  πλευρά  του  λόφου  άνθιζαν 

σταυροί.
Ήταν  μονάχα  αυτός και το  κορμί  του και  το ήξεραν  τα  πεφταστέρια.

 Άσπιλος  και  θλιμμένος  σαν  θεός,  που  εκπορεύεται  απ'  τα  ερέβη
Η σκιά  μίας  σκιάς, η  δίψα μίας  καταιγίδας ,  ξεχασμένη  σε  μια
απέραντη  Σαχάρα.
    Προσεύχονταν  σε μια  αστροφεγγιά  ανατριχίλα  των  αφρόψαρων
του  αρχιπελάγους.
Της  ορκιζόταν φεγγαράδες  και  κοχύλια, της  έταζε σωρούς  από
μαθητικούς  γιακάδες.
Μα  εκείνη  μεθυσμένη  από  έρωτα
δινόταν  στα  καταγώγια  της  Βηρυτού  σε  έκπτωτους  αγγέλους
  και  με  μια  μαρμαρυγή  αγκάθι  στο σκοτάδι  της,  με ηλιόφως
μάτωνε  του  χάους  το  σαρκίο.

Γεμάτος  πόνο  για  των  λέξεων  τις  φθίνουσες  ζωές,
τις  διαμοίραζε  στης  λεύκας  τους  ψιθυρισμούς και  στης  σιωπής τα
μεταρσιωμένα  ψεύδη.
Είχε μία  μαρμάρινη  ουλή  στα  χείλη,  κι  ένα  παράξενο απαύγασμα
στα μάτια,
που  αποτέφρωνε  τις νυχτοπερπατούσες  μυρωδιές  των  γιασεμιών.
  Σαν σκύμνος  ωρυόταν σε  αμαρτωλούς  αγίους,
στο  κατόπι  τους  έπαιρνε,  μυρίζονταν  το λιβανωτό  μονοπάτι τους
στο  χάος.

''Άραγε  ξέρεις  πόσους  τάφους  έσκαψε  σήμερα  με  τα  γυμνά  της
χέρια η  αθανασία;''
ρώταγε  μια  μαυροντυμένη  μάνα
Κι  αυτή  με  τα  σοφά της  σακατέματα  στα  μάτια
έστρεφε  το  μουντό  της  φυλακτό  στα εικονίσματα,  παραμιλώντας
πυρκαγιές  στον  πλάστη.
Έφυγε  μ'  ένα  πρωινό  χασάπικο  στο  βήμα  και  μ'  ένα  χειμωνιάτικο  παλτό.
  Δεν  ρώτησε  για  αυτόν  κανείς ποτέ.
                                  Ονειρευτής  ήταν,  μίας
ξενυχτισμένης  νύχτας.


Αντώνης Πυροβολάκης
_________________________________________________________________                        
Το Τρένο της ποίησης σφυρίζει:
Χωρίς να έχει καμια πληροφορία για τον Αντώνη Πυροβολάκη πέρα από το email του με το παραπάνω ποίημα, το Τρένο χαρίζει τη σημερινή δημοσίευση του «Ονειρευτή» σε εκείνους που συνεχίζουν πάντα να γράφουν αδιαφορώντας και να αδιαφορούν γράφοντας, ανοίγοντας μόνο μια μικρή χαραμάδα των γραπτών τους προς τον κόσμο, τόσο μικρή που ίσα-ίσα χωράει το όνομά τους. 

Σχόλια

Δημοφιλείς προορισμοί:

στη νυχτερινή σκοπιά του σταθμού: Φτηνά τσιγάρα (Μονόλογοι)

στις ράγες που βγάζουν στη θάλασσα: César Vallejo

ταξίδι κάτω από τη βροχή: Ανρί Μισώ (ζωή μου)

Διαδρομές θεατρικού μονόλογου: Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, William Shakespeare

στο τελευταίο βαγόνι: Τεντ Χιούζ

στο άδειο κουπέ: Γκιγιόμ Aπολλιναίρ (H γέφυρα του Mιραμπό)

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης