στο τελευταίο βαγόνι: Arseny Tarkovsky (ΙΙ)

Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα. 
  Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα. 
    Από το καθημερινό βάρος στους ώμους 
  Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται, 
  Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα 
    Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές, 
  Και τυφλές, 
   βουβές, 
     κουφές, 
σκορπίζονται στους ορόφους. 
Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης 
  Στέλνει τα δευτερόλεπτα 
     εδώ 
   κι εκεί, 
  και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί, 
τρυφεροί 
  και μισοζώντανοι, 
Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό, 
  Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια 
Και χορεύουν σα τσιγγάνοι, 
  Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά, 
Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές 
  Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια. 
Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές, 
  Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα, 
Κι έφεραν τους λογαριασμούς. 
  Αδύνατον 
Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα, 
  Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, - πόσο ταραγμένη 
      Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία. 


Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

 Arseny Tarkovsky
  1907-1989  

Σχόλια

Δημοφιλείς προορισμοί:

στη νυχτερινή σκοπιά του σταθμού: Φτηνά τσιγάρα (Μονόλογοι)

Διαδρομές θεατρικού μονόλογου: Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, William Shakespeare

στο τελευταίο βαγόνι: Τεντ Χιούζ

στο τελευταίο βαγόνι: Νικηφόρος Βρεττάκος

ταξίδι κάτω από τη βροχή: Ανρί Μισώ (ζωή μου)

στο άδειο κουπέ: Γκιγιόμ Aπολλιναίρ (H γέφυρα του Mιραμπό)

στις ράγες που βγάζουν στη θάλασσα: César Vallejo

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης