στο τελευταίο βαγόνι: Άγγελος Σικελιανός

 

 Ὕμνος τοῦ μεγάλου Νόστου

Νυχτις φέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ρραβώνα·
                    πι σκοτειν βουνά,
πο πρωτοδιάβαινα βουβς τ᾿ μπέλια, σμε τ γόνα
                    κι ς τ λαιμ τρανά·
πο διάβαινα, λο διάβαινα, σν σιγ εχε πέσει
                    στ ξύλα το δρυμο,
σν λάφι θεόρατο πο κολυμπάει στ μέση
                    μεγάλου ποταμο...
, ποι παλμν κοίμητο τ φρένα μου σηκνα
                    στ τρίσβαθα το νο,
μ τ βουβή τους μίμηση μπρς στν βουβν εκόνα
                    το κάταστρου ορανο!
λυμπος πι χεροπιαστς τριγύρα μου εχε νθίσει,
                    καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ λα τ μέλη μου στραφτε τ μυστικ μεθύσι
                    μι κρύφια νατολή...
γρυπνη βίγλα κράταγε, πολ ψηλ ναμμένη,
                    το πόθου μαντικ
φωτιά, κα γύρα μία γενι θεν συμμαζεμένη
                    μ κοίταε σκεφτική...
Σν λικη πανσέληνο στ κορφοβούνια πάνω
                    προβαίνει ργή, τρανή,
στ πορφυρν εκόνισμα το πόθου μου τ πλάνο
                    βαφόνταν ο ορανοί.
Κα πίσω π τ᾿ πάντεχον, θλητικ ργιό του,
                    πο νίκαε τν καιρό,
σν ερέας σιωπηλ πο σέρνει τ σφάγιό του,
                    κι ς πρτος στ χορό
πο π ξοπίσω του τραβάει πολλος ― παρόμοια, κέρια
                    σ νά σερνα φυλή,
π᾿ τος πρωτόφαντους θεος κι π τ πρτα στέρια
                    τηρώντας ντολή,
στ στρμα πο φουντώνανε τς γς τ λύμπια μύρα
                    πς σερνα μ ρμ
μς στ σκοτάδια, ς τυφλς π᾿ δράζεται π᾿ τ λύρα,
                    το ρωτικ κορμί!...
                           ~ · ~

Νυχτις φέγγαρες, θερμ πο μ γεμίσατε αμα,
                    κα πλούσιο, μαντικ
τ πνέμα μου στεριώσατε ― λύγιστο να ρέμα,
                    βαθύ, πολεμικ
κα στν ψυχή μου θρέψατε τος στοχασμούς, ς θρέφει
                    σ θεία κληματαρι
δρ πονύχτερη δροσι τσαμπι τραν σ βρέφη,
                    πανώρια κα βαριά!
K᾿ σύ, παλμέ, πο κοίμητο τ φρένα μου σηκνα
                    στ τρίσβαθα το νο,
κ᾿ σ πυρρ π᾿ νέμιζα τς πιθυμις μου εκόνα
                    στν ψη τ᾿ ορανο·
το λύμπου πιά, σάμπως λην στ πόδια μου, τ τέρας
                    πατ τ μυστικό.
λος συρμένος ρωτας στς φρένες μου, ς τ δέρας
                    τ μάγο στν ωλκό!
Κυλ φωτις ρίωνας· κι Δίας εν᾿ νας θρόνος·
                    κ᾿ Πούλια εναι φωλιά·
μ μυστικς Διθύραμβος, πο πι δ γγίζει Χρόνος,
                    το νο μου γκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου καρδιά, τ μέτωπο, τ μάτι
                    λεύτερο, ορανέ!
Πήγασος εν᾿ σπέδιστος το λογισμο μου τ τι,
                    ο δρόμοι μου να Ναί,
τν βυσσο βυσσο καλε, τ βάθος κι λλο βάθος,
                    κι δάμαστο, λαφρό,
μέσα μου πλέον μόνοιαστον στοίχειωσε τ πάθος
                    πο σκίρτα στν φρό...
Το λύμπου πιά, σάμπως λην στ πόδια μου, τ τέρας
                    θωρ τ μυστικό.
λος σύρθη ρωτας στς φρένες μου, ς τ δέρας
                    τ μάγο στν ωλκό.
μέναιο νέο στ βάθη τους λογιάζω τώρα θ βρ,
                    σν πια μονομι
τς νύχτας λο τ κρασ τ μυστικ κα μαρο
                    γι μιν πιθυμιά·
κι λ᾿ φωτι τν ορανν μου κύκλωσε, μο κρύβει
                    τ πνέμα μου βουβό,
τί πι μ κράζει μείλιχτη το νο μου πάνοπλη βη
                    πρς τ᾿ στρα ν᾿ νεβ!
Κυλ φωτις ρίωνας· κι Δίας εν᾿ νας θρόνος·
                    κ᾿ Πούλια εναι φωλιά·
μ μυστικς Διθύραμβος, πο πι δ γγίζει Χρόνος,
                    πλέρια μου γκαλιά!
Τν στρων χει πάνω μου τ περιβόλι γείρει,
                    κι κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτ βαμμένον π γύρη,
                    ξεσπ βαθιά μου σμός...
Βροχ πεφτάστρια γύρα μου κι διάκοπα σταλάζει
                    τ πέραντο γοργά·
κι πως χορεύει πέφτοντας στ χμα τ χαλάζι
                    κι ορανς ργ,
σν π᾿ τς λύρας τς χορδς νάμεσα τ χέρι
                    φαντάζει πο χτυπ,
μοια καρδιά μου λάκερη μέσα σ κάθε στέρι
                    σπαράζει κι γαπ!
               ~ · ~
ργιο βαθύ! Στν πάγκοσμο παλμό σου, μς στ νέο
                    πο γνώρισα κορμί,
στς δύναμής σου τν πηγ κατάβαθα ναπνέω
                    μ᾿ νήκουστην ρμή,
κι ς κατεβαίνει γνάντια μου, χωρς ν τ γυρεύω,
                    τ βάθη τ᾿ ορανο
ρματωμένος ρωτας, σκιρτ κι ντιχορεύω
                    μ τ᾿ ρματα το νο!
  Γιατ τ ξέρω· πι βαθι κι π᾿ τν πηχτν στρόφως,
                                                                κρυμμένος σν ετός,
                                 μ περιμένει, κε πο πι θεος ρχίζει ζόφος,
                                                                πρτος μου αυτός...






Άγγελος Σικελιανός

1884-1951

Σχόλια

Δημοφιλείς προορισμοί:

στη νυχτερινή σκοπιά του σταθμού: Φτηνά τσιγάρα (Μονόλογοι)

Διαδρομές θεατρικού μονόλογου: Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, William Shakespeare

στις ράγες που βγάζουν στη θάλασσα: César Vallejo

ταξίδι κάτω από τη βροχή: Ανρί Μισώ (ζωή μου)

στο τελευταίο βαγόνι: Τεντ Χιούζ

στο άδειο κουπέ: Γκιγιόμ Aπολλιναίρ (H γέφυρα του Mιραμπό)

στο τελευταίο βαγόνι: Πιερ Ρεβερντύ

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης