Διαδρομές θεατρικού μονόλογου: Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, William Shakespeare

  






































Πράξη Δεύτερη - Σκηνή Πρώτη: Ο Πουκ στο Δαιμόνιο


ΠΟΥΚ:
 


Το ’βρες, μπράβο.Εγώ ’μαι αυτός

ο πρόσχαρος ο γυρολόγος της νυχτός

που κάνω χωρατά για να γελάει ο Όμπερον.

Πότε μαβλάω κάνα άλογο καλοθρεμμένο

χλμιντρώντας σαν φοράδα. Πότε γίνομαι

ψητό καβούρι και λουφάζω στο ποτήρι

καμιάς γλωσσούς κυράτσας· καθώς πάει να πιεί

χτυπάω στα χείλια της και χύνει το κρασί της

στο ζαρωμένο της προγούλι. Η θεια η πολύξερη

κάποτε, εκεί που λέει το πιο φρικιαστικό της

παραμύθι, με παίρνει για σκαμνάκι. Τότε

εγώ γλιστρώ π’ τον πισινό της, πέφτει αυτή,

σκούζει «φτου, διάολε», και τηνε πιάνει βήχας.

Όλη η παρέα τότε γελούν κρατώντας τα πλευρά τους

και δώσ’ του γέλια, ξόρκια και φτερνίσματα,

φαιδρότερη ώρα δεν περάσανε άλλοτε.

Όμως, δαιμόνιο, δρόμο τώρα, να τος ο Όμπερον.






















Πράξη Τρίτη – Σκηνή Δεύτερη: Ο Πουκ στο δάσος μονολογεί

ΠΟΥΚ:



Η ρήγισσα έπεσε σ’ αγάπη μ’ να τέρας.

Πλάι στο λημέρι της, με ξόρκια κλειδωμένο,

την ώρα που ήταν σε ύπνο γλαρωμένη, νά σου,

μια συντροφιά χοντρομαστόροι, φουκαράδες,

μεροδουλιάρηδες μέσ’ στ’ αργαστήρια της Αθήνας,

μαζεύονται να κάνουν πρόβα σ’ ένα δράμα

που ετοίμαζαν να παίξουν στις χαρές του ρήγα.

Απ’ όλο το χαζό σινάφι αυτό ο πιο μπούφος,

όπου έκανε τον Πύραμο στο δράμα, τέλειωσε

το μέρος του και πήγε πίσω απ’ τα χαμόκλαδα.

Βρίσκω λοιπόν εκεί κι εγώ την εύκαιρα,

του φόρτωσα μια κεφαλή γαϊδουρινή.

στόσο η Θίσβη του απάντηση προσμένει,

κι ο κωμικός μου βγαίνει. Μόλις τον αντίκρυσαν,

σαν άγριες χήνες που είδαν μουλωχτόν τον κυνηγό

ή κάργιες πλήθος που σηκώνονται όλες κράζοντας

στου ντουφεκιού τον κρότο και τρελοσκορπζονται

στον ουρανό, το ίδιο, μόλις τον αντίκρυσαν

οι σύντροφοί του εσκόρπισαν. Και σαν τους βάζω εμπρός,

άλλος κυλιέται χάμω, άλλος «φονιάδες» σκούζει,

άλλος καλεί βοήθεια να ’ρθει απ’ την Αθήνα

και το λειψό μυαλό τους, απ’ τον τόσο φόβο τους

χαμένο ολότελα, τους κάνει να τους φταίνε

τ’ άψυχα πράματα, που φαίνονται όλα σκιάχτρα.

Στα βατοπούρναρα άλλοι αφήνουν τα μανίκια τους,

άλλοι τις σκούφιες τους, γιατί όποιος παραδίνεται,

καθείς τον πιάνει. Με τον φόβο αυτόν τούς σκόρπισα

κι άφησα κει τον γλυκομούτσουνο τον Πύραμο

και νά σου, εκείνη τη στιγμή ξυπνά η Τιτάνια

κι αμέσως κιόλας ερωτεύεται έναν γάιδαρο.


                      από το «ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ»
                                              μετάφραση: ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ 





ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ  
  1564 - 1616

Σχόλια

Δημοφιλείς προορισμοί:

στη νυχτερινή σκοπιά του σταθμού: Φτηνά τσιγάρα (Μονόλογοι)

στις ράγες που βγάζουν στη θάλασσα: César Vallejo

ταξίδι κάτω από τη βροχή: Ανρί Μισώ (ζωή μου)

στο τελευταίο βαγόνι: Τεντ Χιούζ

στο άδειο κουπέ: Γκιγιόμ Aπολλιναίρ (H γέφυρα του Mιραμπό)

στο τελευταίο βαγόνι: Πιερ Ρεβερντύ

Επιβάτες

« Ιστολόγια ποίησης

» Ιστολόγια ποίησης